ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι δρόμοι της μνήμης: Στροφές, καρμανιόλες και σουβλάκια

oi-dromoi-tis-mnimis-strofes-karmanioles-kai-souvlakia-813397
AI
Η εικόνα έχει δημιουργηθεί με εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης

Διαδρομές οι οποίες απέκτησαν -όχι πάντα θετική- φήμη και τα ξακουστά στέκια συνάντησης και στάσης για οδηγούς και ταξιδιώτες 

Πριν η Εγνατία, η Ολυμπία, η Ιόνια και οι σύγχρονοι κλειστοί αυτοκινητόδρομοι ισοπεδώσουν τις αποστάσεις, το ταξίδι στην Ελλάδα απαιτούσε ώρες και η ολοκλήρωση του ήταν ένας οδηγικός άθλος. Ήταν οι εποχές που η άσφαλτος θύμιζε γυαλί, τα φρένα «άναβαν» για πλάκα και η υπερθέρμανση του κινητήρα ήταν στην ημερήσια διάταξη. Το να ταξιδέψεις από τα μεγάλα αστικά κέντρα στην επαρχία απαιτούσε υπομονή, γερό στομάχι και το να είσαι έτοιμος να ανταποκριθείς σε απρόοπτα και δυσάρεστες εκπλήξεις. Είχε όμως και μια ομορφιά, όχι λόγω νοσταλγικού εξωραϊσμού, απλά ακριβώς γιατί ακόμα υπήρχαν μέρη να εξερευνήσεις και οι προορισμοί ήταν αμόλυντοι από την κακώς εννοούμενη ανάπτυξη.

Αχλαδόκαμπος: Ο περιβόητος «Κωλοσούρτης»

Για όποιον ταξίδευε προς την «καρδιά» της Πελοποννήσου, η παλιά εθνική οδός Άργους-Τριπόλεως έκρυβε το δικό της «καθαρτήριο». Ο Αχλαδόκαμπος, γνωστός ανάμεσα στους οδηγούς με το διόλου κολακευτικό, αλλά απόλυτα ακριβές όνομα «Κωλοσούρτης», αποτελούσε οδηγική δοκιμασία. Μια ατελείωτη αλυσίδα από στροφές και στενές φουρκέτες που σκαρφάλωναν στο βουνό χωρίς την παραμικρή ευθεία για ανάσα.

Το προσπέρασμα σε φορτηγό ή λεωφορείο της εποχής ισοδυναμούσε με ρώσικη ρουλέτα. Οι οδηγοί πάλευαν με τα βαριά τιμόνια χωρίς υποβοήθηση, τα ταμπούρα μύριζαν καμένο από χιλιόμετρα και η ναυτία θέριζε τους επιβάτες των πίσω καθισμάτων. Ο Κωλοσούρτης δεν συγχωρούσε λάθη, καθότι αυτό σήμαινε ότι θα ερχόσουν αντιμέτωπος με τον γκρεμό ή με τον προφυλακτήρα κάποιου αντίθετα ερχόμενου Scania.

Η «Κατάρα»: Το πάσο του τρόμου στην Πίνδο

Αν ο Αχλαδόκαμπος ήταν το σχολείο των στροφών, η διάβαση της Ανθρακιάς στην Πίνδο –η περίφημη «Κατάρα»– ήταν το πανεπιστήμιο της επιβίωσης. Σε υψόμετρο που άγγιζε τα 1.700 μέτρα, το πέρασμα αυτό αποτελούσε το πιο επικίνδυνο τμήμα της παλιάς εθνικής οδού Ιωαννίνων-Τρικάλων, συνδέοντας την Ήπειρο με τη Θεσσαλία. Το όνομά της δεν ήταν τυχαίο και αντανακλούσε την αίσθηση που είχαν οι οδηγοί που καλούνταν να διασχίσουν την διαδρομή.

Το καλοκαίρι ήταν απλώς κουραστική, αλλά από φθινόπωρο μέχρι άνοιξη μεταμορφωνόταν σε σκηνικό θρίλερ. Απότομα «κλεισίματα» του καιρού με έντονη βροχή και ομίχλη, ενώ ο παγετός και τα πυκνά χιόνια απέκλειαν το πέρασμα για μέρες τον χειμώνα. Οι νταλίκες «δίπλωναν» η μία μετά την άλλη στις παγωμένες ανηφόρες και δεκάδες οδηγοί μπορεί να εγκλωβίζοντας για ώρες, σε εποχές όπου η επικοινωνία με την όποια βοήθεια ήταν αδύνατη, εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στο πότε θα περάσει το εκχιονιστικό.

Κακιά Σκάλα: Ο Σκίρων των υποδομών

Το όνομά της έρχεται από τη μυθολογία και η πραγματικότητα της ελληνικής ασφάλτου φρόντισε να διατηρήσει τον τρόμο ζωντανό. Η Κακιά Σκάλα ήταν το πιο στενό, απρόβλεπτο και νευραλγικό σημείο της εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου, πριν η νέα χάραξη, οι σήραγγες και η διαπλάτυνση σώσουν την κατάσταση. Η δύσκολη μορφολογία, με τα Γεράνεια Όρη να γκρεμίζονται απότομα μέσα στον Σαρωνικό, είχε ως αποτέλεσμα μια διαδοχή δύσκολων παρατεταμένων ή ακόμα και κλειστών –για τα δεδομένα ενός εθνικού δρόμου– στροφών.

Από τη μία πλευρά ορθώνονταν οι κάθετοι, γυμνοί βράχοι, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να «αμολήσουν» πέτρες και κατολισθήσεις με την πρώτη δυνατή βροχή. Από την άλλη, το απόλυτο χάος της θάλασσας, προστατευμένο από υποτυπώδη, σκουριασμένα στηθαία που έμοιαζαν ανίκανα να συγκρατήσουν τα αυτοκίνητα.

Ιστορικά έχουν μείνει και τα απίστευτα μποτιλιαρίσματα σε μεγάλες εορταστικές εξόδους και σχεδόν μόνιμα τα καλοκαίρια. Σε μια εποχή που τα air conditions στα αυτοκίνητα ήταν κάτι άγνωστο, οι οδηγούς που ταξίδευαν προς και από τη Βορειοδυτική Πελοπόννησο «ψήνονται» κάτω από τον καυτό ήλιο και τη θερμότητα που αντανακλούσαν τα πελώρια κάθετα βράχια.

Κοιλάδα των Τεμπών: Ο λαιμός του μπουκαλιού

Ήταν μια από τις πιο όμορφες, καταπράσινες διαδρομές της χώρας, καθώς ο δρόμος ακολουθούσε τη ροή του Πηνειού ανάμεσα στον Όλυμπο και την Όσσα. Ταυτόχρονα, όμως, η Κοιλάδα των Τεμπών ήταν η πιο αιματοβαμμένη καρμανιόλα της eθνικής oδού Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Για δεκαετίες, η κυκλοφορία ολόκληρης της Ελλάδας έπρεπε να περάσει από έναν στενό «λαιμό» με μία μόνο λωρίδα ανά κατεύθυνση.

Το παραμικρό λάθος, μια βιαστική προσπέραση λόγω της κούρασης ή ένας οδηγός φορτηγού που τον πήρε ο ύπνος σήμαινε σχεδόν πάντα μια προδιαγεγραμμένη, μετωπική σύγκρουση. Τα Τέμπη έγιναν συνώνυμο των μεγάλων τραγωδιών και η διέλευσή τους γινόταν πάντα με κομμένη την ανάσα και με τους οδηγούς να… σταυροκοπιούνται περνώντας κάτω από την Αγία Παρασκευή.

Ισθμός Κορίνθου: Σουβλάκι επάνω στο χάος

Κανένα ταξίδι προς τον Μοριά δεν θεωρούταν έγκυρο αν το αυτοκίνητο δεν έκανε μια στάση στην παλιά γέφυρα του Ισθμού. Ήταν ένα ορόσημο της ελληνικής ταξιδιωτικής κουλτούρας και το «φυλάκιο» που όριζε τη μετάβαση κάτω ή πάνω από το «αυλάκι». Η μυρωδιά τις τσίκνας από τις παρακείμενες ψησταριές αποτελούσε την γαστριμαργική σειρήνα που σε καλούσε εκατοντάδες μέτρα πριν φτάσεις στο σημείο.

Το τελετουργικό ήταν απαράβατο. Στάση και αγορά των περίφημων σουβλακίων που προσφέρονταν με την κλασική φέτα ψωμιού στα κάρβουνα ως «καπέλο». Πορτοκαλάδα ή γκαζόζα για το «σβήσιμο» και μετά όσοι δεν έπασχαν από υψοφοβία περπατούσαν στο κιγκλίδωμα της γέφυρας, απολαμβάνοντας τη θέα και το δέος του στενού καναλιού. Αν ήταν τυχεροί, η διέλευση κάποιου πλοίου προσέφερε έξτρα θέαμα, μέχρι να καθαρίσουν τα χέρια τους με χαρτοπετσέτες και να μπουν ξανά στο -κατά πάσα πιθανότητα- ζεστό εσωτερικό του αυτοκινήτου.

«Λεβέντης»: Η ταξιδιωτική σύναξη

Στο 115ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας, στο ύψος του Αγίου Κωνσταντίνου, βρισκόταν ο περίφημος «Λεβέντης». Δεν μιλάμε για ένα απλό σημείο στάσης, αλλά για το απόλυτο κοινωνικό ορόσημο της εθνικής δικτύωσης. Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ο Λεβέντης ήταν το μέρος όπου οι πάντες σταματούσαν.

Όλος ο πολιτικός, καλλιτεχνικός και επιχειρηματικός κόσμος της χώρας που ταξίδευε προς τη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα ή τη Λαμία έκανε υποχρεωτικά στάση εδώ για τον περίφημο καφέ, τα μαγειρευτά του ή τα γλυκά ταψιού. Το να παρκάρεις μια γυαλιστερή BMW, μια Mercedes ή ένα σπορ coupé της εποχής ακριβώς έξω από την είσοδο του Λεβέντη αποτελούσε την απόλυτη επίδειξη κοινωνικού status, μετατρέποντας μια στάση για ξεκούραση σε ένα ιδιότυπο κοσμικό σαλέ της ασφάλτου.

Ανάβαση Πάρνηθας: Φουρκέτες, τζόγος και ράλι

Η Αττική έκρυβε τις δικές της ξεχωριστές, εμβληματικές διαδρομές. Η ανάβαση της Πάρνηθας ήταν μια από αυτές. Ένας καταπράσινος, φιδίσιος δρόμος γεμάτος απαιτητικές, αλλεπάλληλες φουρκέτες που σκαρφάλωνε στο βουνό, οδηγώντας την αθηναϊκή ελίτ προς το πολυτελές ξενοδοχείο και Καζίνο «Μον Παρνές».

Όμως η Πάρνηθα δεν ήταν μόνο για τους κοσμικούς και τους παίκτες της ρουλέτας. Η διαδρομή αυτή, λόγω της τεχνικής της δυσκολίας και του μοναδικού της ανάγλυφου, αποτέλεσε ένα από τα πιο δοξασμένα πεδία μάχης του ελληνικού μηχανοκίνητου αθλητισμού.

Η περίφημη «ανάβαση της Πάρνηθας» ΕΙΧΕ διεθνή ακτινοβολία, όπου οι κορυφαίοι Έλληνες «χεράδες» της εποχής ξεσήκωναν τους χιλιάδες θεατές που στριμώχνονταν στα βράχια, βλέποντας τα Escort και τις Celica να καταπίνουν την απαιτητική διαδρομή. Ως διαδρομή, υπάρχει ακόμα αλλά δεν γίνονται αγώνες. Το πιο στενάχωρο είναι ότι από την Πάρνηθα, έχουν μείνει μόνο «τούφες» δάσους…

Παραλιακή προς Σούνιο: Η κινηματογραφική «Ριβιέρα» της Αττικής

Αν η Πάρνηθα ήταν η διαδρομή της αδρεναλίνης, ο δρόμος που οδηγούσε από τη Γλυφάδα και τη Βουλιαγμένη μέχρι τον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο ήταν η επιτομή του κοσμοπολιτισμού και του ελεύθερου πνεύματος. Πολύ πριν η διαδρομή αποτελέσει πεδίο επίδειξης οδηγικών ικανοτήτων και στοιχημάτων σε κόντρες, η «Αθηναϊκή Ριβιέρα» ήταν η πιο όμορφη, γραφική και φωτογενής διαδρομή της ελληνικής επικράτειας.

Με την καταγάλανη θάλασσα του Σαρωνικού να απλώνεται μόνιμα στο δεξί σου χέρι, το οδοιπορικό αυτό έμοιαζε βγαλμένο κατευθείαν από ταινία της Φίνος Φιλμ. Ήταν ο δρόμος των θερινών ερώτων, των ανοιχτών παραθύρων, του μελτεμιού που έπαιρνε τα μαλλιά και των σύντομων στάσεων στα θρυλικά «Λιμανάκια». Η οδήγηση προς το Σούνιο την ώρα του ηλιοβασιλέματος, με το ραδιόφωνο να παίζει στα μεσαία (ΑΜ), πρόσφερε μια αίσθηση ελευθερίας και φυγής που καμία άλλη άσφαλτος δεν μπόρεσε ποτέ να αντιγράψει.

Όλες Οι Ειδήσεις

car-prices
google-news
ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ ΣΤΗΝ ONLINE ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ELEFTHEROSTYPOS.GR

Κώστας Γαμβρούλης

Γνήσιο παιδί της Generation X, μεγάλωσε με κασέτες και βινύλια, αλλά έμαθε να ζει με apps και streaming. Πατάει και στα δύο στρατόπεδα, σε μια ισορροπία που είναι ζόρικη, άλλα και μαγική. Μεγάλη του αγάπη οι μοτοσυκλέτες, τις οποίες θεωρεί ψυχοδυναμικές γεννήτριες, αν και δεν λέει όχι στο φευγιό με οποιοδήποτε μέσο. Η φωτογραφία και οι ηλεκτρικές κιθάρες αποτελούν τις «πολυτελείς εμμονές» του, οι οποίες του έχουν κοστίσει περισσότερο απ’ όσο θα παραδεχόταν. Όταν ξεμένει από δρόμους, εικόνες και μουσικές, συλλέγει θεωρίες συνωμοσίας, βλέπει sci-fi ταινίες και προσπαθεί να τελειώσει την συγγραφή ενός βιβλίου που δεν ξεκίνησε ποτέ.