Το Q3 επιστρέφει για να επηρεάσει την αγορά με την εμφάνισή του και τις τεχνολογικές καινοτομίες, την άνεση και τους αποδοτικούς κινητήρες. Έχει ύφος, αυτοπεποίθηση και η Audi πιστεύει πολύ σε αυτό. Ισχύουν τα παραπάνω και στη βασική έκδοση όμως;
του Τρύφωνα Αλεξόπουλου, Φωτογραφίες: Δημήτρης Μανώλαρος, Ναυσικά Βασιλειάδου
Η αλήθεια είναι ότι έχουμε εστιάσει τόσο πολύ σε ό,τι καινούργιο φέρνει η αγορά, που οριακά έχουμε ξεχάσει την έννοια της παράδοσης. Όπως την παράδοση που έχει η Audi στην αγορά, από τις προ πολλού περασμένες δεκαετίες, όπου όλα ήταν αλλιώς. Την τελευταία διετία το Ίνγκολσταντ έχει κάνει δυναμικό comeback, μετά από μια περίοδο νωθρότητας, με μοντέλα που προκαλούν και γοητεύουν σχεδιαστικά, με τεχνολογική καινοτομία και ενδιαφέροντα οδηγικό χαρακτήρα.
Το Q3 δεν θα μπορούσε να μείνει στην απ’ έξω, όντας ένα εκ των πιο εμπορικών μοντέλων της, αλλά και αυτό που ανήκει στην κατηγορία με τη μεγαλύτερη ζήτηση στα premium, τουλάχιστον στην ελληνική αγορά. Ακολουθώντας τα βήματα εξέλιξης των υπολοίπων Q – και όχι μόνο– μοντέλων, περνάει στην τρίτη του γενιά με το βλέμμα στραμμένο στο «πόντιουμ» των πωλήσεων. Αν και είναι η PHEV έκδοση που ξεχωρίζει πιο πολύ σε σχέση με τον ανταγωνισμό, εμείς θα δούμε αυτήν που οι περισσότεροι θα γλυκοκοιτάξουν, τη mild hybrid με τους 150 ίππους, κίνηση εμπρός και αυτόματο κιβώτιο.

Ινφλουένσερ
Από την πρώτη ματιά, το νέο Q3 δείχνει πως δεν ενδιαφέρεται απλώς να ενταχθεί στο πλήθος, αλλά να το επηρεάσει. Η σχεδιαστική του ταυτότητα έχει αποκτήσει μια ένταση που δεν συναντούσαμε στις προηγούμενες γενιές. Οι επιρροές από μεγαλύτερα μοντέλα όπως το A5 και το Q5 είναι ευδιάκριτες, οπότε έχουμε μια καθαρότητα στις επιφάνειες, ακρίβεια στις γραμμές και έντονη οριζοντίωση στον σχεδιασμό.

Εδώ, όμως, έχουμε και μια αύρα ασιατικής φιλοσοφίας στη μορφολογία του εμπρός μέρους, στον τρόπο που η φαρδιά Singleframe του χαρίζει ένα «ειρωνικό χαμόγελο» και πλαισιώνεται από τα πολύ λεπτά LED φώτα. Το σχεδιαστικό ύφος είναι σχεδόν… γατίσιο, τόσο μπροστά όσο και πίσω. Στην άλλη όψη, συναντούμε χωριστά φωτιστικά σώματα, με απίστευτα λεπτή LED μπάρα να τα ενώνει και προαιρετικά OLED φώτα που αλλάζουν γραφικά και κάνουν χορευτικά στο άνοιγμα/κλείσιμο. Και επειδή κάναμε λόγο για παράδοση, στις σμιλευμένες επιφάνειες του προφίλ θα βρείτε τα quattro blisters στους θόλους, ένα διαχρονικό στοιχείο της Audi.
Όσον αφορά τις διαστάσεις, έχει μεγαλώσει όσο έπρεπε για λόγους ευρυχωρίας και μόνο. Είναι πιο μακρύ κατά 4,5 πόντους και πλέον φτάνει τα 4,53 μέτρα, με το φάρδος να είναι σχεδόν το ίδιο και το ύψος να έχει ανεβεί λίγο. Συνολικά, ενώ δεν θα το χαρακτήριζες πιο σπορ από το προηγούμενο, είναι πιο δυναμικό, σίγουρα πιο φρέσκο. Από εκεί και πέρα είναι θέμα γούστου.
True digital, full practical

Το εσωτερικό του είναι και αυτό σύμφωνο με τη νέα φιλοσοφία της εταιρίας. Η καμπίνα είναι πιο οριζόντια και αισθητά πιο σύγχρονη, με πιο ψηφιακή προσέγγιση. Ίσως δεν είναι το ίδιο οδηγοκεντρική όσο στη δεύτερη γενιά, αλλά πλέον το νόημα είναι διαφορετικό. Ο πίνακας οργάνων 11,9 ιντσών και η οθόνη αφής 12,8 ιντσών ενώνονται σε μία ενιαία, ελαφρώς κυρτή επιφάνεια στραμμένη προς τον οδηγό. Η πληροφόρηση είναι άμεση, καθαρή και εύκολα προσβάσιμη. Ο πίνακας οργάνων Virtual Cockpit Plus αποτελείται από μία διπλή προβολή, με μία στενή λωρίδα για τα όργανα και όλες τις πληροφορίες από κάτω σε μαύρο φόντο. Αυτό ίσως αλλάξει σε επόμενη ασύρματη ενημέρωση, μιας και έτσι σου δίνει την εντύπωση μεγάλων bezel.
Το τελευταίας γενιάς MMI Touch βασίζεται σε Android Automotive OS, με λογική smartphone, λιγότερα και σαφή υπο-μενού, αλλά και καταπληκτική ανάλυση-γραφικά. Οι επιλογές διαμόρφωσης και τα διαθέσιμα θέματα θα σε κάνουν να μη «βαρεθείς» ποτέ, ενώ διαθέτει όλες τις επιλογές ασύρματης συνδεσιμότητας και τις απαραίτητες ενσωματωμένες εφαρμογές streaming και παιχνιδιών. Το βασικότερο είναι ότι η Audi ακούει το κοινό και πρόσθεσε πολλές συντομεύσεις, αλλά και από δύο διαφορετικούς τρόπους για να απενεργοποιήσεις με ένα κλικ τα συστήματα ηχητικής ειδοποίησης για την ταχύτητα και την εγκατάλειψη λωρίδας.
Ο ψηφιακός βοηθός λειτουργεί με φωνητικές εντολές και δείχνει να προσαρμόζεται σταδιακά στις συνήθειες του οδηγού, ενισχύοντας την αίσθηση ενός πραγματικά συνδεδεμένου αυτοκινήτου, με λειτουργίες Chat GPT, στα ελληνικά μάλιστα. Προαιρετικά, το head-up display συμπληρώνει την ψηφιακή εικόνα, μεταφέροντας βασικές πληροφορίες στο οπτικό πεδίο του οδηγού και ενισχύοντας τη φιλοσοφία «eyes on the road». Πιο ξεκάθαρη είναι γενικότερα η επιλογή προαιρετικού εξοπλισμού, αφού είναι χωρισμένα όλα σε πακέτα, ενώ δε χρειάζονται πολλά απ’ αυτά, μιας και ο βασικός εξοπλισμός είναι πλήρης. Ο εσωτερικός φωτισμός, σήμα κατατεθέν, είναι στάνταρ και τονίζει τις γραμμές της καμπίνας, ενισχύοντας την αίσθηση χώρου, ειδικά τις βραδινές ώρες, χωρίς να γίνεται ποτέ επιδεικτικός.

Σε ό,τι αφορά την εργονομία, το Q3 συνδυάζει το ψηφιακό με το πρακτικό. Συνεχίζει να έχει απτικά κουμπιά στο τιμόνι, τα οποία όμως έχουν οδηγούς για τα δάχτυλα και δεν πατιούνται εύκολα κατά λάθος. Κάτω από την οθόνη υπάρχει μια μπάρα με φυσικούς διακόπτες για βασικές λειτουργίες, ενώ ο κλιματισμός ρυθμίζεται εύκολα διά της αφής, χάρη στα μεγάλα μπουτόν. Προφανώς, είναι η νέα μπάρα που ενσωματώνει ρυθμίσεις φώτων, υαλοκαθαριστήρων και τα φλας από την αριστερή πλευρά και τον επιλογέα του κιβωτίου από την άλλη. Αν και δείχνει λίγο περίπλοκο, είναι κάτι που συνηθίζεται εύκολα. Μένει να δούμε αν θα το υιοθετήσει και στα υπόλοιπα μοντέλα, με μια διάταξη που μας φέρνει μνήμες από το Citroën Visa της δεκαετίας του ’80 – για την ιστορία, η Citroën επέστρεψε στους συμβατικούς λεβιέδες.
Η ποιότητα κατασκευής παραμένει αυτή που περιμένεις από ένα Audi: στιβαρή, προσεγμένη και με σωστό φινίρισμα. Υπάρχουν όμως σημεία όπου γίνεται σαφές ότι κάποια υλικά αποτελούν ένα μικρό βήμα πίσω σε σχέση με το παρελθόν, κυρίως σε δευτερεύουσες επιφάνειες χαμηλά. Η Audi δεν το κρύβει, η επιλογή αυτή σχετίζεται με λόγους βιωσιμότητας και φιλικότητας προς το περιβάλλον. Στην πράξη, όμως, το εσωτερικό παραμένει «γερμανικό» στον τρόπο που δείχνει και κυρίως στον τρόπο που είναι συναρμολογημένο.
Η νέα διάταξη του εσωτερικού αξιοποιεί καλύτερα το μεταξόνιο, προσφέροντας άνετους χώρους για επιβάτες εμπρός και πίσω, με πολύ αέρα για τα κεφάλια. Στο πίσω κάθισμα, οι χώροι είναι από τους καλύτερους της κατηγορίας και μπορούν να φιλοξενήσουν ακόμη και τρεις ενήλικους χωρίς ιδιαίτερους συμβιβασμούς (μόνο το σχετικά ψηλό τούνελ). Το μεγάλο πλεονέκτημα, όμως, είναι η ευελιξία και η πολυμορφικότητα. Το πίσω κάθισμα είναι συρόμενο και διαιρούμενο σε αναλογία 60/40, με δυνατότητα μετακίνησης έως και 15 εκατοστά, ενώ ρυθμίζεται και η κλίση της πλάτης. Οπότε και μπορείς να δώσεις προτεραιότητα στους επιβάτες ή στον χώρο αποσκευών, όπου μπορεί να φτάσει τα 575 λίτρα (488 με τα καθίσματα πίσω-πίσω). Ο χώρος αποσκευών είναι λοιπόν από τους μεγαλύτερους στην κατηγορία, πλήρως εκμεταλλεύσιμος και με χαμηλό κατώφλι φόρτωσης, επιβεβαιώνοντας και τον πρακτικό, εκτός από τον ψηφιακό, χαρακτήρα του.
Πόσα ταξίδια αντέχεις;
Η θέση οδήγησης στο νέο Q3 είναι από τα πρώτα στοιχεία που σε κερδίζουν. Μπορείς να καθίσεις αρκετά χαμηλά, αν το επιθυμείς, κάτι που δεν θεωρείται δεδομένο στην κατηγορία, με το κάθισμα να στηρίζει σωστά το σώμα και να σε ταξιδεύει… ατσαλάκωτο. Η ορατότητα είναι καλή και δεν δημιουργεί άγχος, ούτε στην πόλη ούτε στον ανοιχτό δρόμο. Το αυτοκίνητο «διαβάζεται» εύκολα από τη θέση του οδηγού και αυτό βοηθά τόσο στην καθημερινή χρήση όσο και στους ελιγμούς.

Ο νέος μοχλός των φλας, με την ιδιόμορφη διάταξή του, δεν θα βολέψει όσους έχουν μάθει στην ελληνική οδήγηση με τον αγκώνα στο παράθυρο. Είναι από αυτά τα στοιχεία που στην αρχή σου τραβούν την προσοχή, όμως πέρα από αυτό δεν διαφοροποιούν ουσιαστικά την εμπειρία. Το συνηθίζεις πολύ γρήγορα και συνεχίζεις κανονικά. Η ποιότητα κύλισης είναι ιδιαίτερα υψηλή και η ηχομόνωση εξαιρετική. Το Q3 απομονώνει αποτελεσματικά τον θόρυβο και δημιουργεί μια αίσθηση ηρεμίας στην καμπίνα. Η ανάρτηση είναι σωστά καλιμπραρισμένη, με τη γνωστή βέβαια, κάπως πιο ξερή αντίδραση στις εγκάρσιες ανωμαλίες που συναντάμε στα μοντέλα του ομίλου. Σε αυτό παίζουν ρόλο και οι μεγάλες ζάντες με τα χαμηλοπρόφιλα ελαστικά, κάτι που όμως δεν χαλάει τη συνολική άνεση.

Στο ταξίδι, το Q3 δείχνει ξεκάθαρα τον χαρακτήρα του. Είναι τρομερά ταξιδιάρικο και σου δίνει την αίσθηση ότι μπορείς να μαζέψεις χιλιόμετρα αβίαστα. Στην πόλη, παρά τις διαστάσεις του, παραμένει ευκολοδήγητο και φιλικό. Όταν ο ρυθμός ανεβαίνει, το Q3 δείχνει πόσο δεμένο είναι. Το τιμόνι είναι πιο άμεσο, με σωστό βάρος και καλύτερη επικοινωνία, ενώ η κλίση του αμαξώματος στις στροφές παραμένει περιορισμένη. Η πρόσφυση είναι υψηλή και όσο πλησιάζεις το όριο οι αντιδράσεις παραμένουν ήπιες και προβλέψιμες, με μια ελαφριά υποστροφή που τα βοηθήματα δεν αφήνουν να εξελιχθεί, επεμβαίνοντας γρήγορα και διακριτικά. Στον αυτοκινητόδρομο, από την άλλη, παραμένει ευθύβολο ακόμα και σε υψηλές ταχύτητες.

Αρκεί το Mild Hybrid;
Αρχικά αναρωτιέσαι αν οι 150 ίπποι είναι αρκετοί για ένα μεγάλο C-SUV. Στην πράξη, όμως, η αλήθεια είναι ότι δεν ζητάς περισσότερους, εκτός αν κυνηγάς τα αυστηρά πρόστιμα του νέου ΚΟΚ. Προσπερνάς χωρίς πρόβλημα ακόμη και φορτωμένος και σε ταξίδι μαζεύει χιλιόμετρα χωρίς κόπο. Η καμπύλη της ροπής είναι γραμμική, το μοτέρ ραφιναρισμένο και ιδιαίτερα πολιτισμένο, σε σημείο που αρκετές φορές θα κοιτάξεις να δεις αν είναι σβηστό. Πράγματι, κάνει coasting με την πρώτη ευκαιρία, ενώ όποτε δεν απαιτείται υψηλό φορτίο «σβήνουν» και οι δύο κύλινδροι.

Το κιβώτιο, στη ρύθμιση D, δείχνει πιο ήρεμο στις αντιδράσεις του και το γκάζι λίγο πιο μαλακό απ’ ό,τι θα το ήθελες. Όλα αυτά δημιουργούν μια αίσθηση χαλάρωσης, χωρίς ξεσπάσματα, που σε ωθεί φυσικά να οδηγήσεις πιο οικονομικά. Αν θέλεις πιο άμεση απόκριση, αρκεί να το βάλεις στο S – δεν χρειάζεται καν να μπεις στο πρόγραμμα Dynamic. Εκεί αλλάζει το μοτίβο λειτουργίας και η απόκριση βελτιώνεται δραματικά, όπως και η απόδοση του συνόλου, ενώ ο τεχνητός ήχος στην καμπίνα γίνεται πειστικός και ευχάριστος στο σπορ πρόγραμμα.

Το ανανεωμένο μοτέρ αποδείχθηκε στην πράξη οικονομικό. Στον μικτό κύκλο της δοκιμής μας, που περιελάμβανε και ταξίδι, μετρήσαμε 6,7 λίτρα/100 χλμ. Σε διαφορετικό κύκλο, με περισσότερα χιλιόμετρα στην πόλη, η κατανάλωση σταθεροποιήθηκε στα 7,1 λίτρα/100 χλμ., τιμές που παραμένουν πολύ καλές για την κατηγορία.
Ισορροπία
Το νέο Audi Q3 συνεχίζει την παράδοση. Πρόκειται για ένα πολύ ολοκληρωμένο αυτοκίνητο, με ξεκάθαρη αποστολή την ηρεμία, την χαλάρωση και την οικονομία. Όμως, έχει και μια δυναμικότητα, που το κάνει να ξεχωρίζει, σε συνδυασμό το κορυφαίο τεχνολογικό πακέτο. Από εκεί και πέρα, ομολογουμένως, σε αυτή την Mild Hybrid έκδοση, πρέπει να προσθέσετε αρκετά πακέτα εξοπλισμού,


























