Το να επιταχύνεις όταν κάποιος επιχειρεί να σε προσπεράσει μπορεί να μετατρέψει έναν απλό ελιγμό σε παγίδα. Ο ΚΟΚ προβλέπει συγκεκριμένες υποχρεώσεις και κυρώσεις.
Ένα αυτοκίνητο πλησιάζει από πίσω, ανάβει φλας και ξεκινά να προσπερνά. Τότε ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος αποφασίζει να πατήσει περισσότερο το γκάζι. Ίσως επειδή θυμήθηκε ότι μπορεί να κινηθεί γρηγορότερα, ίσως επειδή ενοχλήθηκε που κάποιος θέλει να τον περάσει. Όποια κι αν είναι η αιτία, η επιτάχυνση αλλάζει τις συνθήκες του ελιγμού τη χειρότερη στιγμή. Το όχημα που προσπερνά χρειάζεται πλέον περισσότερο χρόνο για να βρεθεί μπροστά. Σε έναν δρόμο διπλής κατεύθυνσης, αυτό μπορεί να σημαίνει παρατεταμένη παραμονή στο αντίθετο ρεύμα. Γι’ αυτό, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας θέτει σαφή όρια στη συμπεριφορά και του οδηγού που προσπερνιέται.
Τι προβλέπει ο ισχύων ΚΟΚ
Η σχετική διάταξη βρίσκεται στο άρθρο 21, παράγραφος 7, του Ν. 5209/2025. Σύμφωνα με τη σημερινή διάταξη, όταν ένας οδηγός αντιλαμβάνεται ότι άλλος προτίθεται να τον προσπεράσει, οφείλει να κινείται κοντά στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και να μην επιταχύνει. Η υποχρέωση, επομένως, ξεκινά μόλις γίνει αντιληπτή η πρόθεση προσπέρασης. Δεν χρειάζεται το άλλο αυτοκίνητο να έχει φτάσει δίπλα του για να ισχύσει η απαγόρευση. Χρειάζεται εδώ μια διευκρίνιση: η φράση «πατάω γκάζι» χρησιμοποιείται καθημερινά με την έννοια της επιτάχυνσης. Το κρίσιμο είναι αν αυξάνεται η ταχύτητα του οχήματος, όχι αν το πόδι ακουμπά στο πεντάλ. Σε μια ανηφόρα, για παράδειγμα, μπορεί να χρειάζεται περισσότερο γκάζι απλώς για να διατηρηθεί η ίδια ταχύτητα. Αυτό διαφέρει από το να επιταχύνουμε ενώ μας προσπερνούν. Στην πράξη, το ζητούμενο είναι να αφήσουμε τον άλλο οδηγό να ολοκληρώσει τον ελιγμό χωρίς να του αλλάζουμε αιφνιδιαστικά τα δεδομένα. Η προσπέραση δεν αποτελεί πρόσκληση για σύγκριση επιδόσεων, ούτε λόγο να υπερασπιστούμε τη θέση μας στον δρόμο.
«Μα δεν ξεπέρασα το όριο ταχύτητας»
Το όριο ταχύτητας και η συμπεριφορά κατά την προσπέραση είναι διαφορετικά ζητήματα. Η διάταξη δεν περιορίζει την απαγόρευση επιτάχυνσης μόνο στις περιπτώσεις όπου ξεπερνιέται το επιτρεπόμενο όριο. Για παράδειγμα, αν κινούμαστε με 60 χλμ./ώρα και αυξήσουμε στα 75 χλμ./ώρα όταν αντιληφθούμε ότι μας προσπερνούν, το γεγονός ότι στον δρόμο επιτρέπονται 80 χλμ./ώρα δεν αναιρεί τη συγκεκριμένη παράβαση. Αυτό προκύπτει από την ίδια την απαγόρευση επιτάχυνσης του άρθρου 21. Ένα απλουστευμένο παράδειγμα δείχνει γιατί αυτή η συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Αν το άλλο όχημα κινείται με 80 χλμ./ώρα, η αρχική διαφορά ταχύτητας είναι 20 χλμ./ώρα. Μόλις αυξήσουμε στα 75 χλμ./ώρα, περιορίζεται στα 5 χλμ./ώρα. Για να κερδίσει την ίδια σχετική απόσταση, με αυτές τις σταθερές ταχύτητες, χρειάζεται τετραπλάσιο χρόνο. Πρόκειται για ενδεικτικό υπολογισμό, αλλά αποτυπώνει πόσο εύκολα μπορεί να παραταθεί ένας ελιγμός.
Πρέπει να φρενάρεις κάθε φορά;
Η γενική υποχρέωση να μην επιταχύνουμε δεν σημαίνει ότι πρέπει να πατάμε φρένο σε κάθε προσπέραση. Ο ΚΟΚ προβλέπει ειδικά τη μείωση ταχύτητας για βραδέως κινούμενα ή ογκώδη οχήματα, όταν η στενότητα ή η κατάσταση του δρόμου, σε συνδυασμό με την αντίθετη κυκλοφορία, δυσκολεύουν την ασφαλή προσπέρασή τους. Παράλληλα, το άρθρο 23, παράγραφος 2, επιβάλλει στον οδηγό να μειώνει ταχύτητα και, αν χρειάζεται, να σταματά όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Επομένως, αν δημιουργείται κίνδυνος, η υποχρέωση προσαρμογής της ταχύτητας παραμένει. Από πλευράς ασφαλούς οδήγησης, κρατάμε σταθερή πορεία, αποφεύγουμε απρόβλεπτες κινήσεις και επιβραδύνουμε, εφόσον χρειάζεται, ώστε να διευκολύνουμε την ολοκλήρωση της προσπέρασης. Αφού το άλλο όχημα επιστρέψει μπροστά μας, αποκαθιστούμε ασφαλή απόσταση.
Ποιο είναι το πρόστιμο;
Η παράβαση της παραγράφου 7 κατατάσσεται στην κατηγορία Ε2-Β, σύμφωνα με την παράγραφο 11 του άρθρου 21. Σε συνδυασμό με το άρθρο 108, αυτό σημαίνει πρόστιμο 150 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 20 ημέρες. Η κύρωση αφορά τη συγκεκριμένη παράβαση. Δεν προϋποθέτει να έχει προηγηθεί σύγκρουση για να υπάρχει υποχρέωση συμμόρφωσης. Αν ο άλλος οδηγός επέλεξε λάθος στιγμή για να προσπεράσει, ο δικός μας στόχος παραμένει να αποφευχθεί το ατύχημα. Ο εκνευρισμός δεν βοηθά να εκτιμήσουμε την απόσταση από ένα όχημα που πλησιάζει αντίθετα, ούτε κάνει ευκολότερη την επιστροφή κάποιου στη λωρίδα του. Το να αφήσουμε χώρο και χρόνο για να τελειώσει με ασφάλεια ο ελιγμός προστατεύει και τους επιβάτες του δικού μας αυτοκινήτου.
Προσωπική σημείωση: Αν πηγαίνεις αργά και θυμάσαι το γκάζι μόνο όταν κάποιος πάει να σε προσπεράσει, ο εγωισμός σου είναι προφανώς πολύ μεγαλύτερος από την οδηγική σου παιδεία και τον σεβασμό σου για τη ζωή των άλλων γύρω σου.








