ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑ

Δοκιμή Royal Enfield Interceptor Bear 650: Νεορετρό για την Ελλάδα

dokimi-royal-enfield-interceptor-bear-650-neoretro-gia-tin-ellada-812449

 To Bear 650 δεν είναι μόνο το καλύτερο δικύλινδρο Royal Enfield αλλά και το πιο ταιριαστό στις «δικές μας», ελληνικές συνθήκες

Tου Κώστα Γαμβρούλη 

Φωτογραφίες Ναυσικά Βασιλειάδου

H έλξη για το vintage / αναλογικό και η βούληση για «επιστροφή στις ρίζες», είναι αναγνωρισμένες, ενεργές τάσεις, που εκδηλώνονται με διάφορους τρόπους στις μέρες μας. Το γιατί, μπορεί να έχει πολλές ερμηνείες, από την ισοπεδωτική θεώρηση του ότι όλα αυτά αποτελούν εφήμερες trend «χιπστερίες», μέχρι το ότι πρόκειται για μια ουσιαστική ανάγκη που προέκυψε ως αντίδραση στην απόλυτη εξειδίκευση, τους φρενήρεις ρυθμούς και την καταιγιστική «ψηφιοποιήση» των πάντων.

Σε ότι αφορά στις μοτοσυκλέτες, το φαινόμενο δεν είναι πρόσφατο, μετρά ήδη περισσότερο από μια δεκαετία ως εγνωσμένο ρεύμα και έχει μάλιστα δημιουργήσει μια ξεχωριστή, δημοφιλή και πολυπληθή κατηγορία, η οποία ονομάζεται «νεορετρό».

Ως εκ τούτου, σχεδόν όλοι οι κατασκευαστές θέλουν να αποσπάσουν ένα κομμάτι από αυτή τη νεα πίτα της αγοράς. Άλλοι το κάνουν άτσαλα, με μοντέλα που απλά φορούν ένα επιτηδευμένο «ρετρό κοστούμι» και άλλοι συντεταγμένα και σοβαρά, στην αίσθηση και στην ουσία του πράγματος, φροντίζοντας και για το γίγνεσθαι, πέρα από το φαίνεσθαι.

Υπάρχουν όμως και κάποιες εταιρείες, λίγες, που δεν χρειάζονται να κάνουν τίποτα απ΄όλα αυτά, αλλά να είναι απλά ο… εαυτός τους. H Royal Enfield αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αλλά και υπόδειγμα για το πως διαχειρίστηκε την όλη κατάσταση και την ευκαιρία που της παρουσιάστηκε.

Με μια «Look who’s back!» ιαχή, έκανε επανεκκίνηση, διεύρυνε την γκάμα της όπως ποτέ στο παρελθόν και παρέμεινε πιστή και «true» στην ιστορική της παρακαταθήκη, προσέχοντας πολύ το πως θα προσαρμόσει τα μοντέλα της στο σήμερα, ώστε να είναι σύγχρονα, χωρίς όμως να απολέσουν τον χαρακτήρα τους. Ποιος θα το περίμενα αλήθεια, ότι μια εταιρεία που για δεκαετίες βρισκόταν στην «ρωγμή του χρόνου», θα πλάσαρε σήμερα τις μοτοσυκλέτες της και ως life style προϊόντα…

Τι είναι Scrambler;

Τα Scrambler, για όσους δεν γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται, αποτελούν μια κατηγορία η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χονδρικά ως τα «εκτός δρόμου κλασικά». Παλιά, όταν δεν υπήρχαν adventure μοντέλα αλλά υπήρχε κόσμος που ήθελε να οδηγήσει στο χώμα, η «συνταγή» ήταν οι μετατροπές στις μοτοσυκλέτες, που τότε ανήκαν όλες σε μια κατηγορία (εεε…μοτοσυκλέτες), ώστε να προσαρμοστούν στο πεδίο αυτό. Όσο μπορούσαν δηλαδή.

Αυτό που ξεκίνησε ως «μόντες» από τους αναβάτες, μετουσιώθηκε σύντομα σε «έτοιμα» μοντέλα παραγωγής, «σηκωμένα», με μεγαλύτερης διαδρομής αναρτήσεις, ψηλά φτερά και ψηλά τοποθετημένες εξατμίσεις. Το περίφημο άλμα του Steve McQueen (του stuntman Bud Ekins, για την ιστορία) στην Μεγάλη Απόδραση, εκτόξευσε την δημοτικότητα τους και οι αγώνες, γιατί υπήρχαν φυσικά και τέτοιοι, έγιναν επίσημοι και απέκτησαν μεγάλη φήμη.

Σε έναν τέτοιο αγώνα χρωστάει και η μοτοσυκλέτα της δοκιμής, το όνομα της. Το 1960, στην ετήσια σύναξη «απονενοημένων» για τον αγώνα Big Bear Run, 765 αναβάτες ξεκίνησαν από την έρημο Mojave με αντικειμενικό σκοπό να φτάσουν όσο ταχύτερα μπορούσαν στη λίμνη Big Bear, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας, τις πλαγιές της οροσειράς San Bernandino, σε μια εξαντλητική διαδρομή 150 και πλέον μιλίων.

Από αυτούς, μόλις 193 αναβάτες μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τον σκληρό, εκτός δρόμου αγώνα και ο νικητής δεν ήταν κάποιος από τα τότε  «βαριά» ονόματα του χώρου αλλά ο 16χρονός (!) Eddie Mulder. Ο «ήρθα από το πουθενά» Μulder, ξεκίνησε τελευταίος (αφαιρέθηκε και δεν κατάλαβε την εκκίνηση…), έτρεξε τον μισό αγώνα με ένα μαρσπιέ, αφού το δεξί έσπασε σε μια πτώση, αλλά κατάφερε το ακατόρθωτο, δεδομένης της ηλικιας του και δεδομένων των συνθηκών: οδήγησε την Royal Enfield Fury 500 του αρκετά γρήγορα, ώστε να δει πρώτος την καρό σημαία, σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Το Bear 650, είναι ένας φόρος τιμής στον Mulder λοιπόν, ενώ το «249» στα number plates που εμφανίζονται στην έκδοση της δοκιμής, είναι ο αριθμός συμμετοχής του στον ιστορικό αυτό αγώνα.

Modular «διαφορετικότητα»

Το Bear 650 αποτελεί προϊόν modular φιλοσοφίας, αυτής δηλαδή που θέλει να δημιουργούνται «οικογένειες» μοντέλων γύρω από κινητήρες και -παρόμοια- πλαίσια. Στην κλάση των 650, η Royal Enfiled έχει roadster, cafe racer, cruiser και classic επιλογές που μοιράζονται το ίδιο μοτέρ, οπότε μια Scrambler έκδοση ήταν μάλλον αναμενόμενη, για να ολοκληρωθεί η γκάμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Bear 650 έχει τους μεγαλύτερους συγγενικούς δεσμούς με τo Interceptor 650 αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι απλά έβαλαν «τακουνάτα» ελαστικά στο δεύτερο και το βαφτίσαν «Scrambler». Γιατί αν ορίσουμε το Interceptor ως σημείο αναφοράς και παρατεθούν οι διαφορές, φαίνεται τελικά ότι το Bear έχει απομακρυνθεί αρκετά  από την «roadster» φιλοσοφία. Πάμε να τα δούμε αναλυτικά λοιπόν.

Δομικά, το πλαίσιο ενισχύθηκε στην περιοχή του λαιμού, ενώ και το υποπλαίσιο έγινε πιο στιβαρό και ανασηκώθηκε, για να προσαρμοστεί στο νέο, Scrambler ρόλο του. Το ψαλίδι είναι μεγαλύτερο σε μήκος και τα μαρσπιέ έχουν έρθει λίγο πιο μπροστά, προκειμένου -σύμφωνα με την Rοyal Enfiield- να είναι πιο εύκολη η μετάβαση από την καθιστή, στην όρθια θέση οδήγησης. Επίσης, τοποθετήθηκαν νέες,μεγαλύτερης διαδρομής αναρτήσεις και τροχοί διαμέτρου 19 και 17 ιντσών, μπροστά και πίσω αντιστοίχως. Όλα αυτά, είχαν ως αποτέλεσμα αλλαγες στα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και στο ύψος της μοτοσυκλέτας, όπως φαίνεται στο πινακάκι που ακολουθεί:

Σε ότι αφορά ειδικά στις αναρτήσεις και στα φρένα, η Royal Enfield χρησιμοποίησε τους ίδιους γνωστούς προμηθευτες, ωστόσο και σε αυτή περίπτωση οι αλλαγές σε σχέση με τον Interceptor, είναι σημαντικές:

Το μοτέρ, στα καλύτερα του

O κινητήρας είναι η γνωστή αεροελαιόψυκτη μονάδα των 648 κ.εκ. στην οποία βασίστηκε εν πολλοίς η «αναβάθμιση» της Royal Enfield. Με δύο παράλληλα διατεταγμένους κυλίνδρους, στρόφαλο 270° και εφαρμογή σε πέντε ακόμη μοντέλα της γκάμας, πρόκειται πλέον για «γνωστή, δοκιμασμένη ποσότητα» που όποτε έχω την ευκαιρία να απολαύσω, αφήνει ευχάριστες εντυπώσεις τόσο σε αίσθηση όσο και σε απόδοση.

Στο Bear μάλιστα, υπάρχει αναβάθμιση, καθώς ενώ η ισχύς παραμένει στα ίδια επίπεδα με αυτή του Interceptor, δηλαδή 47,4 ίπποι στις 7.150 σ.α.λ., η ροπή εμφανίζεται αυξημένη, με τιμή 56,5 Nm (Interceptor: 52,3 Nm) στις 5150 σ.α.λ. Αυτό αποδίδεται στο ότι το Bear  έχει 2 σε 1 εξατμιση με μονό τελικό που απολήγει στα δεξιά, αντί του 2 σε 2 συστήματος εξάτμισης του ομόσταυλου μοντέλου, με το ζεύγος των τελικών.

Πέραν από το όφελος του  μικρότερο βάρος στα 216 κιλα, συγκριτικά με το Interceptor  που ζυγίζει 218 κιλά, η Royal Enfield, εφήρμοσε επίσης διαφορετικές ρυθμίσεις στον ψεκασμό και την ανάφλεξη, προσαρμοσμένες στη νέα εξάτμιση, για καλύτερη απόκριση στις χαμηλομεσαίες στροφές.

Ποιοτικό «αρκούδι»

Δεν χρειάζεται παρά μια ολιγόλεπτη επαφή με το Bear 650 για να αντιληφθείς ότι πρόκειται για ποιοτική μοτοσυκλέτα. Η απουσία «πλαστικής φορεσιάς» τα αφήνει όλα σε κοινή θέα άλλωστε και η εντύπωση είναι καθολική, χωρίς να σου αφήνει κενά για το τι μπορεί να γίνεται στα σημεία που δεν φτάνει το μάτι.

Το μόνο σημείο που θα μπορούσε να ασκηθεί κριτική είναι οι κολλήσεις στο πλαίσιο που δείχνουν κάπως «ακατέργαστες» και με περίσσεια υλικού. Από την άλλη βέβαια προσδίδουν έναν αέρα ιδιοκατασκευής από ψαγμένο «πλαισιά», κάτι που ισχύει, αφού την σχεδίαση των πλαισίων της Royal Enfield την έχει αναλάβει από το 2013 η βρετανική Harris Performance, η οποία  δύο χρόνια αργότερα, αγοράστηκε από τους Ινδούς.

Θα σταθώ επίσης και στα grip. Αν το σκεφτεί κανείς, είναι τα σημεία που έχεις την πιο πλούσια σε πληροφορία αίσθηση επαφής με την όποια μοτοσυκλέτα. Στο Bear 650 είναι «χορταστικά», με χοντρό λάστιχο ενώ τα καπάκια στις βάσεις που φιλοξενουν τους εργονομικα διατεταγμένους διακόπτες, είναι και αυτά μεταλλικά. Στιβαρότητα είναι αυτό που αποπνέει το Βear 650 και αυτό δεν αφορά μόνο τη λαβή στο τιμόνι. Είναι μια μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στο μεγαλύτερο μέρος της από μέταλλο, καλώς βαμμένο και φινιρισμένο.

Είναι επίσης μία όμορφη μοτοσυκλέτα, που αναπαράγει κλασικές φόρμες, έχοντας ζυγισμένους και ξεκάθαρους οπτικά όγκους. Aν και δεν αναλώνεται σε φθηνούς εντυπωσιασμούς, υπάρχουν λεπτομέρειες που σε «φτιάχνουν», όπως οι αποτυπώσεις του λογοτύπου της εταιρείας στα πλαϊνά καπάκια του κινητήρα, στο πίσω μέρος της σέλας και στα grip. Η vintage σχεδίαση της τάπας βενζίνης οι πανέμορφοι (επιτέλους κάτι ξεχωριστό!) διακόπτες και  τα full LED φωτιστικά σώματα, συμπληρώνουν την εικόνα και ταιριάζουν με τη γενικότερη αισθητική.

Τώρα στα της εμφάνισης της μοτοσυκλέτας της δοκιμής, με τα racing γραφικά και την ωραία αντίθεση μεταξύ του λευκού και του τυρκουάζ στο πλαίσιο, πρόκειται για την έκδοση που ονομάζεται «249» και εξήγησα προηγουμένως από που προέρχεται αυτό. Κατά το δικό μου, υποκειμενικό κριτήριο, είναι η πιο ενδιαφέρουσα χρωματικά επιλογή από τις 4 συνολικά διαθέσιμες αλλά και η ακριβότερη (7.790 €) μαζί με την έκδοση «Golden Shadow», η οποία κινείται στη χρωματική παλέτα του μαύρου του ασημί και του γκρι, όντας η μοναδική που φέρει χρυσή ανοδίωση στις μπουκάλες του μπροστινού. Διαθέσιμη, με 100 ευρώ λιγότερα, είναι επίσης η έκδοση «Wild Honey» με κίτρινο, μπλε και  λευκό, θυμίζοντας κάτι από καθαρόαιμα Husqvarna του παρελθόντος, ενώ το πιο προσιτό Bear, στα 7.590 €, είναι αυτό με τον χρωματισμό  «Boardwalk White».

Ηλεκτρονικά: Απλότητα, από άποψη

Σε ότι αφορά στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό, το Bear 650 έχει τα απολύτως απαραίτητα, δηλαδή ABS με δυνατότητα απενεργοποίησης στον πίσω τροχό. Αυτό.Τελεία.Το γκάζι του είναι με ντίζα, δεν υπάρχουν riding modes, ούτε traction control, ούτε ατελείωτες λίστες από  ηλεκτρονικά καλούδια, όπως συνηθίζεται σε μοτοσυκλέτες αντίστοιχης τιμής, ειδικά από την Κίνα.

Αυτό δεν είναι κατ΄ανάγκη κάτι κακό και συμβαδίζει με την γενικότερη φιλοσοφία της μοτοσυκλέτας, η οποία είναι ένα από τα τελευταία δείγματα «αναλογικού» στις μέρες μας. Οι κακεντρεχείς, μπορούν να πουν βέβαια ότι πρόκειται για αδυναμία της Royal Enfield να συμπλεύσει με τις σύγχρονες τάσεις και εξελίξεις. Υπάρχει όμως ένα στοιχείο – αντεπιχείρημα πάνω στο Bear 650 και αυτός είναι ο πίνακας οργάνων. Συνίσταται από ένα μονό, στρογγυλό όργανο το οποίο χρησιμοποιεί και σε άλλα της μοντέλα η εταιρεία, ονομάζεται Tripper Dash και είναι -αιρετικά εκ πρώτης- ένα πλήρως ψηφιακό TFT panel, σε αντίθεση με τα δύο αναλογικά «ρολόγια» που έχει το Interceptor 650.

Αν και προσωπικά είμαι περίεργος και ξινός με κάτι τέτοια, θα πω ότι είναι -μακράν- ο καλύτερος συγκερασμός παλιού και νέου που έχει επιτευχθεί από κατασκευαστή μοτοσυκλέτας και ενσωματώνεται άψογα στο όλο concept του Bear 650, χωρίς να «κλωτσάει». Από πρακτικής πλευράς, τα πράγματα είναι εξίσου καλά, αφού περιλαμβάνονται όλες οι πληροφορίες που χρειάζεται κανείς και μπορείς να προσαρμόσεις με την λογική των widget το τι θα προβάλλεται και τι όχι.  Η αντίθεση είναι εξαιρετική στις γραφικές αναπαραστάσεις, οι οποίες παραμένουν ευκρινείς τόσο στο day mode (λευκό φόντο – μαύρες ενδείξεις), όσο και στο night mode (μαύρο φόντο – λευκές ενδείξεις), με τις εναλλαγές να γίνονται αυτόματα μέσω αισθητήρα που καταγράφει την ένταση του φωτός.

 

Το σημαντικότερο όμως, είναι ότι μέσω app της Royal Enfield, το Tripper Dash μπορεί να κάνει mirroring τους χάρτες google maps ακόμα και σε πλήρη προβολή, καθιστωντας την στήριξη του κινητου στο τιμόνι για πλοήγηση, περιττή. Ωστόσο εδώ οφείλω να πω ότι το μικρό jog dial στο αριστερό grip που χρησιμοποιείται τόσο για τη σύζευξη με το κινητό όσο και για την περιήγηση στα μενού είναι μικρό, λεπτεπίλεπτο και σχετικά δύσκολο στη λειτουργία του, ειδικά με χοντρό γάντι.

Αν δεν το προσέξατε, ο πίνακας οργάνων καταλαμβάνει σχεδόν όλη την ενότητα του ηλεκτρονικού εξοπλισμού και αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι το Bear 650 δεν έχει να επιδείξει κάτι άλλο στο πεδίο αυτό. Αλλά υπάρχει και άλλος ένας λόγος, να ξεκαθαρίσει το πεδίο στα περί δυσκολιών της Royal Enfield να επικαιροποιηθεί τεχνολογικά στο σήμερα. Όπως αποδείχθηκε με το Tripper Dash, αν το θέλει μπορεί -και μάλιστα το κάνει εξαιρετικά!

Οδηγώντας

Είναι βαρύ όταν τα σηκώνεις από το πλάγιο σταντ αλλά αυτή η αίσθηση περιορίζεται εκεί και μόνο εκεί. Όταν «τσουλήσει», το βάρος «εξαφανίζεται» και το Bear 650 θυμίζει σε αίσθηση σύγχρονες adventure μοτοσυκλέτες αντίστοιχου κυβισμού. Όσοι έχουν οδηγήσει στο παρελθόν τα Interceptor 650 και Continental GT 650 θα αντιληφθούν αμέσως μια βασική διαφορά. Αυτά, έχουν μια εντελώς «πάνω στην μοτοσυκλέτα» αίσθηση και σου δίνουν την εντύπωση ότι το βάρος τους είναι συγκεντρωμένο πολύ χαμηλά, σχεδόν στα σημεία επαφής των τροχών με την άσφαλτο.

Στο Bear, αντίθετα, παρά το ότι εξακολουθείς να αισθάνεσαι «πάνω στην μοτοσυκλέτα» η αίσθηση του βάρους βρίσκεται πιο ψηλά, σχεδόν στο ύψος των κέντρων των τροχών, αποτέλεσμα των μεγαλύτερων διαδρομών ανάρτησης και του ψηλότερου στησίματος. Αυτό το χαρακτηριστικό, λειτουργεί υπέρ του μοντέλου, αφού ισορροπεί τα πιο συντηρητικά γεωμετρικά χαρακτηριστικά και χαρίζει στη μοτοσυκλέτα ευελιξία εφάμιλλη —αν όχι καλύτερη— από τα υπόλοιπα δικύλινδρα 650 της Royal Enfield.

Χάρη σε αυτό το στήσιμο και με τη βοήθεια του φαρδύτερου τιμονιού, η οδήγηση του Bear 650 μέσα στην πόλη και σε χαμηλές ταχύτητες αποδεικνύεται ιδιαίτερα εύκολη. Κινείται ανάμεσα στα αυτοκίνητα χωρίς άγχος, ενώ ο αναβάτης κάθεται σε μια φυσική θέση, χωρίς περίεργες γωνίες στα άκρα. Η σέλα είναι άνετη για μικρές διαδρομές, αλλά αν μείνεις πάνω της για περισσότερη από μία ώρα, σταδιακά θα θελήσεις μια στάση για ξεμούδιασμα. Ευτυχώς, υπάρχουν πολλές aftermarket επιλογές, ενώ και η ίδια η Royal Enfield προσφέρει εναλλακτικές.

Το ότι η σέλα είναι επίπεδη και τα μαρσπιέ του συνεπιβάτη βρίσκονται σε καλή θέση, σημαίνει ότι οι μικρές αποδράσεις με δύο άτομα γίνονται εύκολα. Στην κίνηση της πόλης, όπου η άσφαλτος συχνά είναι ταλαιπωρημένη, φαίνεται το πλεονέκτημα των μεγαλύτερων διαδρομών της ανάρτησης, που αποσβένουν αποτελεσματικά τις περισσότερες κακοτεχνίες. Το πιρούνι δεν ρυθμίζεται, αλλά είναι πολύ σωστά σεταρισμένο από το εργοστάσιο και κάνει εξαιρετικά τη δουλειά του. Τα δύο πίσω αμορτισέρ έχουν μια πιο σφιχτή αίσθηση λόγω αργών αποσβέσεων και και σε έντονες ανωμαλίες δεν φιλτράρουν τα πάντα με την ίδια ηρεμία, κάτι που γίνεται αισθητό ειδικά όταν ο ρυθμός ανεβαίνει.

Παρ’ όλα αυτά, σε καθημερινή χρήση παραμένουν προβλέψιμα και λειτουργικά, χωρίς να αναιρούν τον συνολικά φιλικό χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας. Σε ό,τι αφορά τα φρένα, η αίσθηση στη μανέτα είναι καλή και τα δύο δισκόφρενα φρενάρουν αποτελεσματικά και με ασφάλεια. Η μεγαλύτερη διάμετρος του πίσω δίσκου ενισχύει τη χρησιμότητα του πίσω φρένου, δίνοντας περισσότερη σιγουριά και έλεγχο στις χαμηλές ταχύτητες.

Τώρα από τον συγκεκριμένο κινητήρα έχω πρότερη μεγάλη εμπειρία και δεν περίμενα κάτι διαφορετικό, όμως στο Bear 650 δείχνει καλύτερος από ποτέ. Δεν πρόκειται για κάποια ριζική διαφορά στην απόδοση, ωστόσο αλλαγές στην ανάφλεξη και στον ψεκασμό, σε συνδυασμό με τη μονή εξάτμιση, έχουν προσδώσει ένα μικρό αλλά διακριτό «κάτιτις» στην χαμηλομεσαία περιοχή και -το σημαντικότερο- η απόκριση στο γκάζι είναι άμεση και ομαλή, χωρίς κενά. Από εκεί και έπειτα διατηρούνται όλα τα γνωστά θετικά χαρακτηριστικά και το μοτέρ λειτουργεί πολιτισμένα, με έναν ευχάριστο παλμό να σου θυμίζει ότι δουλεύει κάτι θερμικό και εσωτερικής καύσης εκεί κάτω.

Η ελαστικότητα παραμένει ένα από τα ατού του, καθώς μπορείς να κινείσαι με μία ή δύο σχέσεις πάνω, να ρολάρεις χωρίς σκορτσαρίσματα και να έχεις άμεση απόκριση όταν ανοίγεις το γκάζι. Σε επαρχιακό δρόμο, που είναι και το φυσικό του πεδίο, το Bear 650 δείχνει το πιο διασκεδαστικό του πρόσωπο. Η μοτοσυκλέτα είναι ζωντανή, στρίβει πρόθυμα και μπορεί να κινηθεί σβέλτα. Το όριο θα το συναντήσεις κυρίως όταν πιέσεις σε κακής ποιότητας οδόστρωμα, όπου τα πίσω αμορτισέρ δεν προλαβαίνουν να «διαβάσουν» το ανάφλυφο του δρόμου. Τα ελαστικά της MRF από την άλλη, με χάραξη που θυμίζει τα Pirelli Scorpion Rally STR, αποδίδουν ικανοποιητικά και σε φυσιολογικό ρυθμό προσφέρουν σιγουριά, ενώ μόνο σε οριακές κλίσεις βγάζουν μια ασάφεια.

Στον αυτοκινητόδρομο το Bear 650 μπορεί να ταξιδεύει άνετα με 130 για… μέρες και μπορεί και παραπάνω αλλά χωρίς καμία απολύτως προστασία από τον αέρα, όλα έχουν να κάνουν με τις αντοχές του αναβάτη. Στην πράξη, ο εθνικός δρόμος δεν είναι το στοιχείο του -για καμία γυμνή μοτοσυκλέτα δεν είναι-  εκτός αν βιάζεσαι να φτάσεις κάπου γρήγορα και κάνεις τα στραβά μάτια στο ξύλο που τρως. Η μέση κατανάλωση κυμαίνεται στα 4,5 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα, ενώ με πιο ενθουσιώδη οδήγηση ανεβαίνει στα 5 λίτρα και μπορεί και να τα ξεπεράσει, αν του φέρεσαι με τρόπο εντελώς ασύμβατο για τη φυση του.

Αυτό που δεν είναι ασύμβατο για μια Scrambler μοτοσυκλέτα όπως το Bear 650, είναι οι χωμάτινες διαδρομές. Σε αυτό το πεδίο, το πιρούνι εντυπωσιάζει και πάλι με την πολύ καλή λειτουργία του, απορροφώντας αποτελεσματικά τις ανωμαλίες και δίνοντας εμπιστοσύνη στον αναβάτη. Τα πίσω αμορτισέρ, εξακολουθούν να αποτελούν τον παράγοντα που θα καθορίσει το όριο όταν ο ρυθμός αρχίσει να ανεβαίνει ή το τερέν γίνει πιο απαιτητικό. Εγω προσωπικά το συγχωρώ, καθώς το Bear 650 δεν σχεδιάστηκε για χρήση τύπου rally ούτε για γρήγορη οδήγηση εκτός δρόμου. Από τη στιγμή που σε ήπιες χωμάτινες διαδρομές, ανταποκρίνεται χωρίς δυσκολία, αρκεί.

Το καλύτερο δικύλινδρο της Royal Enfield…  μέχρι νεοτέρας

Υπάρχουν μοτοσυκλέτες που όταν πρέπει να τις επιστρέψω μετά την εβδομαδιαία συμβίωση, μου βγαίνει ένα: «να είχα δυο – τρεις μέρες ακόμα…». Το Bear 650 μου το προκάλεσε, γιατί πολύ απλά, πέραν από τα τεχνικά και την ανάλυση, είναι απολαυστικό. Ετούτος είναι άλλωστε ο πρωταρχικός σκοπός των μοτοσυκλετών της κατηγορίας.  Σε κερδίζει, με την ευκολία του, την αμεσότητά του και κυρίως, με τον  «αναπολογητικά» αναλογικό εαυτό του. Δεοντολογικά, πρέπει φυσικά, εκτός από το απολαυστικό, να εξετασθεί και το «χρηστικό» και ναι, είναι και αυτό. Πρόκειται για το πιο «ραφιναρισμένο» μοντέλο της οικογένειας των δικύλινδρων 650 της Royal Enfield, που χωρίς να απωλέσει την ρετρό αίσθηση αυτών, προσφέρει συγκριτικά, τις πιο διευρυμένες δυνατότητες, οι οποίες έχουν σαφέστατα πεδίο εφαρμογής στη χώρα μας.  Με δυο after market αμορτισερ μπορεί να γίνει τέλειο. Όχι για όλους αλλά τουλάχιστον για όσους συνειδητά αρέσκονται να οδηγούν κάτι με στυλ, χαρακτήρα και «βολταδόρικη» προσέγγιση. 

 

Εξοπλισμός αναβάτη από την

PROMOTO GINOSSATIS

Γάντια  Nazran RX10

Κράνος Nolan N60-6 Special 

Royal Enfield Interceptor Bear 650

Tιμή: 7.590 € – 7.790 € ανάλογως της χρωματικής έκδοσης

Κινητήρας

Τύπος: Δικύλινδρος σε σειρά, αεροελαιόψυκτος

Χωρητικότητα: 647,9 κ.εκ.

Ισχύς: 47,4  ίπποι / 7.150 σ.α.λ.

Ροπή: 56,5 Νm / 5.150 σ.α.λ.

Κιβώτιο

Τύπος: Μηχανικό, έξι σχέσεων

Συμπλέκτης

Τύπος: Υγρός πολύδισκος

Τελική Μετάδοση

Τύπος: Αλυσίδα

Ρεζερβουάρ

Χωρητικότητα: 13,7 λίτρα

Πλαίσιο

Τύπος: Ατσάλινο σωληνωτό, τύπου featherbed

Αναρτήσεις

Μπροστά: Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι Showa διαμέτρου 43χλτσ., διαδρομή 130χλστ.

Πίσω: Zεύγος αμορτισέρ Showa, διαδρομή 115χλστ.

Τροχοι / Ελαστικά

Μπροστά: Ακτινωτός τροχός διαμέτρου 19 ιντσων, ελαστικό 100/90-19

Πίσω: Ακτινωτός τροχός διαμέτρου 17 ιντσων, ελαστικό 140/80-17

Φρένα

Μπροστά: Μονό δισκόφρενο διαμέτρου 320 χλστ., δαγκάνα δύο εμβόλων ByΒre / ABS

Πίσω: Μονό δισκόφρενο διαμέτρου 270 χλστ., δαγκάνα μονού εμβόλου ByΒre  / ABS με δυνατότητα απενεργοποίησης

Διαστάσεις

Μεταξόνιο: 1.460 χλστ.

Μήκος: 2.180 χλστ.

Πλάτος: 855 χλστ.

Ύψος: 1.160 χλστ.

Ύψος σέλας: 830 χλστ.

Απόσταση από το έδαφος: 184 χλστ.

Βάρος

216 κιλά (με γεμάτο ρεζερβουάρ)

 

Όλες Οι Ειδήσεις

car-prices
google-news
ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ ΣΤΗΝ ONLINE ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ELEFTHEROSTYPOS.GR

Κώστας Γαμβρούλης

Γνήσιο παιδί της Generation X, μεγάλωσε με κασέτες και βινύλια, αλλά έμαθε να ζει με apps και streaming. Πατάει και στα δύο στρατόπεδα, σε μια ισορροπία που είναι ζόρικη, άλλα και μαγική. Μεγάλη του αγάπη οι μοτοσυκλέτες, τις οποίες θεωρεί ψυχοδυναμικές γεννήτριες, αν και δεν λέει όχι στο φευγιό με οποιοδήποτε μέσο. Η φωτογραφία και οι ηλεκτρικές κιθάρες αποτελούν τις «πολυτελείς εμμονές» του, οι οποίες του έχουν κοστίσει περισσότερο απ’ όσο θα παραδεχόταν. Όταν ξεμένει από δρόμους, εικόνες και μουσικές, συλλέγει θεωρίες συνωμοσίας, βλέπει sci-fi ταινίες και προσπαθεί να τελειώσει την συγγραφή ενός βιβλίου που δεν ξεκίνησε ποτέ.