Η Ducati είναι από τις εταιρίες που έχουν συνδυάσει την ομορφιά με τις επιδόσεις με τόσο ισορροπημένο τρόπο
του Ηλία Λαΐτσα
Πολλές εταιρείες, για να καταφέρουν να προσελκύσουν τον αγοραστή, δημιουργούν ένα προϊόν το οποίο έχει την ομορφιά σαν το κύριο χαρακτηριστικό του. Μόλις ο αγοραστής όμως ξεπεράσει αυτήν την πρώτη «καψούρα», (κάποιες φορές) συνειδητοποιεί ότι η χρηστικότητα, η ποιότητα και οι επιδόσεις είναι σε δεύτερη ή και σε τρίτη μοίρα. Η Ducati, όμως, είναι από τις εταιρίες η οποία έχει συνδυάσει την ομορφιά με τις επιδόσεις με τόσο ισορροπημένο τρόπο, που σε καταφέρνει να λες ότι θέλεις να την έχεις διακοσμητική μέσα στο σαλόνι, ενώ μόλις τελείωσες ένα track day!

Ομορφιά και εργονομία
Για την εμφάνιση των Ducati, ειδικά στις γενιές Ducati που διανύουμε, δεν μπορεί κάποιος να πει και πολλά. Είναι αδιαμφισβήτητα από τις πιο όμορφες μοτοσικλέτες εκεί έξω και όποιος λέει το αντίθετο μάλλον τρώγεται με τα ρούχα του.
Συγκεκριμένα, η νέα Ducati Panigale V2S έχει ένα κατακόκκινο look που σε κάνει να στραβολαιμιάζεις σε κάθε πέρασμά της. Στο εμπρός μέρος έχει πιο στρογγυλές καμπύλες σε σχέση με την προηγούμενη γενιά, χωρίς όμως να χάνει τον sport χαρακτήρα της. Τα πλαϊνά fairing είναι και αυτά βαμμένα στο κόκκινο της Ducati, με μερικά σημεία να δίνουν λίγο χώρο να ξεπροβάλλει ο δικύλινδρος κινητήρας της ιταλικής φίρμας, με τα αναγνωριστικά V2S! Το πίσω μέρος θυμίζει περισσότερο την προηγούμενη γενιά και είναι ο πλέον γνώριμος σχεδιασμός με τα δύο led φωτιστικά σώματα, δεξιά και αριστερά της «ουράς». Οι εξατμίσεις, από την άλλη, με έκαναν να νομίζω ότι ανήκουν σε άλλη μοτοσικλέτα. Πιστεύω πως οι Ιταλοί θα μπορούσαν να έχουν κάνει καλύτερη δουλειά σε αυτό, μιας και η αισθητική τους είναι σε ανώτερα επίπεδα. Τι γίνεται όμως από θέμα εργονομίας;
Με μια πρώτη ματιά σκέφτεσαι: «Καλά! Εκεί πάνω δεν υπάρχει περίπτωση να βολευτώ». Μόλις είπες ένα τεράστιο ψέμα στον εαυτό σου. Σίγουρα η άνεση δεν θα είναι στα επίπεδα που θα συναντήσουμε σε μια On-Off/Touring μοτοσικλέτα, αλλά τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται! Από τα πρώτα δευτερόλεπτα που ανεβαίνεις στη σέλα της, καταλαβαίνεις ότι κάθεσαι σε μια sport μοτοσικλέτα. Η σέλα είναι τοποθετημένη πιο ψηλά από εκεί που θα περίμενε κανείς (837 χιλ.). Τα μαρσπιέ του αναβάτη είναι με τη σειρά τους τοποθετημένα ελαφρώς πίσω και πάνω, χωρίς όμως να κάνουν τα πράγματα άβολα. Εκτός αν έχεις ύψος 2,10. Το ρεζερβουάρ έχει τέλεια εργονομία, με αποτέλεσμα τα γόνατα να το αγκαλιάζουν και να επιτρέπουν στον αναβάτη να κρατηθεί από εκεί και όχι από το τιμόνι. Αφού η λεκάνη τοποθετηθεί ελαφρώς πίσω και όχι κολλητά στο ρεζερβουάρ, τα χέρια έρχονται να ακουμπήσουν τα clip ons. Έτσι, έχεις πλέον τοποθετηθεί σε μια πιο sport και επιθετική θέση οδήγησης.
Εδώ αξίζει να αναφέρουμε πως οι περισσότεροι αναβάτες Super Sport μοτοσικλετών έχουν τη τάση να τοποθετούν τον κορμό τους πάνω από το τιμόνι και όχι πίσω από αυτό. Αυτή η στάση, αν και πιο ξεκούραστη (δεν είμαστε συνεχώς σκυμμένοι), είναι λιγότερο ιδανική, μιας και καταλήγουμε να πατάμε το τιμόνι για να στρίψει και όχι να το σπρώχνουμε. Με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο ξοδεύουμε περισσότερη δύναμη για την αλλαγή κατεύθυνσης από αυτήν που χρειάζεται πραγματικά η μοτοσικλέτα, αλλά καταλήγουμε να κρατιόμαστε από το τιμόνι και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να κάνουμε ποτέ, όσο οδηγούμε μοτοσικλέτα. Ξέρω ότι εδώ αγγίζω ευαίσθητες χορδές και πολλοί θα μου πείτε «καλά, ρε συ Ηλία, τι είναι αυτά που μας λες; Πώς θα την έχω στον έλεγχό μου και θα της “επιβληθώ” χωρίς να την κρατάω από το τιμόνι; Γίνονται αυτά τα πράγματα;» και εκεί θα σας πω «Ναι! Γίνονται!». Αυτή όμως είναι μια μεγάλη συζήτηση, για την οποία πολλοί «ξοδεύουν» όλη τους τη μέρα σε ημερίδες ασφαλούς οδήγησης για να την κατανοήσουν. Ας κλείσουμε λοιπόν αυτήν τη παρένθεση και ας γυρίσουμε στα της Panigale!
Με αυτήν τη θέση σώματος, το κατακόκκινο χρώμα της Ιταλίδας και το κλειδί στη θέση του, το μόνο που ήθελα ήταν να βάλω μπροστά τον κινητήρα και να εξαφανιστώ!

Αστική χρήση
«Μα είναι δυνατόν να έχεις αυτή τη μοτοσικλέτα και να κυκλοφορείς σε αστικό περιβάλλον;», σας ακούω να με ρωτάτε. Θα απαντήσω πως σε γενικές γραμμές, όχι, δεν είναι το ιδανικό περιβάλλον για να την οδηγείς. Είναι όμως μια δοκιμασία που περνάω όλες τις μοτοσυκλέτες, ανεξαρτήτως είδους και κυβικών. Παρ’ όλα αυτά, η Ducati Panigale V2 S, για το είδος και τα κυβικά της, αντεπεξήλθε σχετικά καλά στο κομμάτι αυτό, αν και έπρεπε να έχω μονίμως στον νου μου ότι η μοτοσικλέτα αυτή δεν προορίζεται για τέτοιου είδους χρήση.
Με τη χαρτογράφηση «Wet» να με συνοδεύει στα πρώτα μέτρα εντός πόλης, ο κινητήρας της Panigale λειτουργούσε άψογα. Το γκάζι είχε μια ομαλή απόκριση, χωρίς απότομες συμπεριφορές. Ιδανική συμπεριφορά για εντός πόλης ή ακόμα καλύτερα για βρεγμένο οδόστρωμα. Γι’ αυτό δηλαδή που είναι προγραμματισμένη αυτή η χαρτογράφηση. Όσον αφορά τα φρένα της, δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Έχω ξαναπεί πολλάκις ότι Ducati και φρένα πάνε χέρι-χέρι. Οποιαδήποτε στιγμή τα χρειάστηκα, είτε λόγω απλής επιβράδυνσης είτε επειδή αρκετοί οδηγοί δεν με πρόσεχαν ιδιαίτερα, τα φρένα ήταν έτοιμα να με καθησυχάσουν.
Μετά από αρκετή ώρα βέβαια, η sport θέση οδήγησης, οι καθρέφτες οι οποίοι εξέχουν αρκετά, αλλά και ο κινητήρας των 890 κ.εκ., ο οποίος είχε ανεβάσει θερμοκρασία, άρχισαν να κάνουν τη ζωή μου λίγο δυσκολότερη. Η μοτοσικλέτα μού έλεγε εμμέσως πλην σαφώς ότι είχε φτάσει η ώρα να κάνουμε τη ζωή ευκολότερη και να φύγουμε από τη ζούγκλα της πόλης.

Ανάσα αυτοκινητόδρομου
Ήταν φυσικό επόμενο, με αυτήν τη μοτοσικλέτα, η χρήση εντός πόλης να μην κρατήσει για πολύ. Έτσι, με το ρεζερβουάρ γεμάτο καύσιμο, τη χαρτογράφηση στη ρύθμιση «Road» και την όρεξη στο zenith, η νέα Ducati Panigale V2 S βρισκόταν να επιταχύνει σε αυτοκινητόδρομο. Δεν μπορώ να πω ότι περίμενα κάτι λιγότερο από μια τέτοια κατασκευή. Η αλλαγή χαρτογράφησης ήταν αισθητή. Όταν η Ducati προσφέρει διάφορες παραμετροποιήσεις, είναι ικανή να τις υποστηρίξει! Δεν είναι από τις εταιρίες που απλώς προσθέτουν επιλογές και το αποτέλεσμα να μοιάζει μηδαμινό. Είμαι σίγουρος βέβαια ότι είχε ακόμη πολλά να μου προσφέρει. Ακόμα και σε αυτήν τη χαρτογράφηση, το γκάζι της ήταν αρκετό. Έμοιαζε σαν τίποτα να μην μπορεί να τη συγκρατήσει. Με το παραμικρό άνοιγμα, η μοτοσικλέτα επιτάχυνε, προσφέροντας παράλληλα γραμμικότητα και υψηλή ποιότητα κύλισης.
Ακόμα και το χρώμα έπαιξε τον ρόλο του. Παρατήρησα τους οδηγούς άλλων οχημάτων να κάνουν στην άκρη για να περάσω, μόνο και μόνο για να έχουν την ευκαιρία να στραβολαιμιάσουν και οι ίδιοι όσο απολαμβάνουν αυτό το αριστούργημα αισθητικής.
Ο τρόπος για να κάνεις την Panigale V2 S να επιταχύνει είναι ένας και σίγουρα όχι το να κατεβάσεις σχέση στο κιβώτιο. Ένα απλό άνοιγμα του γκαζιού ήταν ικανό να σε κολλήσει πίσω. Η σταθερότητα δεν ήταν κάτι που έλειπε από την εξίσωση, ακόμη και όταν τα χιλιόμετρα ανέβαιναν αρκετά. Η κάλυψη του αέρα ήταν από τα χαρακτηριστικά της μοτοσικλέτας που με άφησαν ουδέτερο. Από τη μια δεν με χτυπούσε ο αέρας δίχως έλεος, από την άλλη είχα κάποιους μικρούς στροβιλισμούς να με ενοχλούν στα πλαϊνά του κράνους. Βέβαια, δεν με απασχόλησε και ιδιαίτερα, μιας και το μυαλό μου βρισκόταν στις κλειστές και στριφτερές διαδρομές του επαρχιακού δικτύου.
Στροφές! Το βούτυρο στο ψωμί της!
Δεν θα μπορούσα να μην κάνω έστω μια μικρή διέλευση από στενή στριφτερή διαδρομή σε επαρχιακό δίκτυο, πριν φτάσω στον τελικό προορισμό μου. Με γνώμονα πάντα την ασφάλεια, είχε έρθει η ώρα να δοκιμάσω τη νέα Panigale V2 S, σε συνθήκες πιο κοντά για τις οποίες έχει κατασκευαστεί. Η χαρτογράφηση ρυθμίστηκε στη «Sport».
Με αφορμή ότι πλέον μπαίνουμε σε πιο sport μονοπάτια, έχει έρθει η στιγμή να αναφέρω πως τα ηλεκτρονικά βοηθήματα της Ducati είναι μπόλικα. Εκτός από τις τέσσερις χαρτογραφήσεις που προσφέρει (την τελευταία θα την αναφέρω σε λίγο), οι παραμετροποιήσεις που μπορούν να γίνουν είναι στο ABS, στο Traction Control, στο Engine Brake καθώς και το Engine Control. Οι παραμετροποιήσεις αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν σε όλες τις χαρτογραφήσεις, όσο η μοτοσικλέτα είναι ακινητοποιημένη, πολύ εύκολα μέσω του κουμπιού «mode», το οποίο βρίσκεται στο αριστερό μέρος του τιμονιού. Λίγο άβολο σημείο για μένα, εδώ που τα λέμε. Το ενδιαφέρον όμως είναι πως αν ο αναβάτης επιλέξει την «Track Info Mode» προβολή πληροφοριών στην οθόνη, μπορεί να παραμετροποιήσει εν κινήσει τις χαρτογραφήσεις «Sport» και «Race». Αυτό, εν αντιθέσει με το σημείο που έχει τοποθετηθεί το κουμπί «mode», είναι πολύ βολικό. Τι γίνεται όμως με τη συμπεριφορά της κατά την οδήγηση;
Πλησιάζω την πρώτη στροφή γεμάτος περιέργεια για τη συμπεριφορά της Panigale. Όσο τα φρένα επιβραδύνουν τη μοτοσικλέτα, τα πόδια σφίγγουν ακόμα περισσότερο το ρεζερβουάρ, τα χέρια χαλαρώνουν και με μια μικρή εκπνοή το σώμα τοποθετείται στο εσωτερικό της στροφής, με το βλέμμα να ψάχνει αρχικά την κορυφή και έπειτα την έξοδό της. Το αποτέλεσμα; Η μοτοσικλέτα είναι τόσο πρόθυμη να στρίψει, που βρέθηκα στο εσωτερικό της στροφής πολύ νωρίτερα από το αναμενόμενο. Πρόβλημα! Πολύ νωρίς για να προσεγγίσω την κορυφή της, με κίνδυνο να βγω εκτός δρόμου στην έξοδο. Η λύση; Έπρεπε να ξεκινήσω αρκετά αργότερα να στρίβω, μιας και ένα μικρό σπρώξιμο του τιμονιού ήταν ικανό να αλλάξει την κατεύθυνσή της. Ούτε καθυστερήσεις ούτε αντιρρήσεις ούτε τίποτα. Καθαρός sport χαρακτήρας! Είναι υπέροχο συναίσθημα όταν η μοτοσικλέτα είναι τόσο συνεργάσιμη. Ύστερα από δύο-τρεις στροφές που «έκαψα» μέχρι να συνηθίσω τη συμπεριφορά αυτή, η μοτοσικλέτα είχε γίνει πλέον παιχνιδάκι. Οι στροφές έμεναν πίσω η μία μετά την άλλη χωρίς καλά καλά να το καταλάβω. Τα φρένα δεν ζορίστηκαν ούτε μία στιγμή, ενώ το πλαίσιο και οι αναρτήσεις κρατούσαν σταθερή τη μοτοσικλέτα όσο το γκάζι άνοιγε από νωρίς και η ευθεία απλωνόταν μπροστά μου. Μπήκα στον πειρασμό να αρχίσω να απενεργοποιώ κάποια από τα ηλεκτρονικά βοηθήματα της Ducati. Βρισκόμουν όμως σε δημόσιο δρόμο και όχι σε πίστα. Κάτι τέτοιο λοιπόν ήταν επικίνδυνο τόσο για μένα, αλλά, το πιο σημαντικό, ήταν επικίνδυνο για τους υπόλοιπους οδηγούς που μοιράζομαι τον δρόμο. Έτσι, οι επιλογές μου περιορίστηκαν σε… μία!

Ώρα για παιχνίδι
Από την πρώτη στιγμή που ανέβηκα στην Ducati Panigale V2 S, τρωγόμουν με τον εαυτό μου για το ποια θα είναι η συμπεριφορά της, όταν απενεργοποιηθούν όλα τα ηλεκτρονικά βοηθήματα. Ο μόνος τρόπος για να το ζήσω αυτό ήταν η οδήγηση στην πίστα.
Αφού φόρεσα μπότες, δερμάτινη ολόσωμη φόρμα, γάντια και κράνος, η καρδιά μου χόρευε καρσιλαμά από την ανυπομονησία! Η επιλεγμένη χαρτογράφηση ήταν (επιτέλους) η «Race». Οι πρώτοι γύροι ήταν καθαρά αναγνωριστικοί, έτσι ώστε να καταλάβω τη συμπεριφορά της μοτοσικλέτας μέσα στην πίστα. Επίσης, ήταν απολύτως αναγκαίο να βάλω τα σημάδια μου έτσι ώστε να ξέρω πότε θα κάνω τι.
Ο ρυθμός σιγά σιγά άρχισε να ανεβαίνει και με τη βοήθεια της «Track Info Mode» προβολής πληροφοριών, άρχισα να μειώνω την παρεμβατικότητα των ηλεκτρονικών βοηθημάτων, μέχρι που απενεργοποιήθηκαν πλήρως. Το αποτέλεσμα ήταν απλά μαγευτικό. Η Ducati Panigale V2 S μπήκε επιτέλους στο φυσικό της περιβάλλον. Τα φρένα της επιβράδυναν το σύνολο με απόλυτη ακρίβεια και ηρεμία, ακόμη και όταν ο πίσω τροχός βρισκόταν στον αέρα. Μόλις εκείνος ακουμπούσε στο έδαφος, δεν ήταν λίγες οι στιγμές που γλιστρούσε, επιτρέποντας έτσι το σύνολο να «κοιτάξει» από νωρίς στο εσωτερικό της στροφής. Σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια, το εμπρός ABS παρέμβαινε λίγο περισσότερο από αυτό που θα ήθελα, χωρίς όμως να με εμποδίζει να πάρω τη σωστή γραμμή, τα χέρια μου να παραμείνουν χαλαρά, το βλέμμα να ψάχνει και πάλι την έξοδο και το εσωτερικό γόνατο να ξύνει απαλά την άσφαλτο της πίστας.
Από τη στιγμή που η μοτοσικλέτα έπαιρνε την κλίση της, όλα έμοιαζαν τόσο εύκολα. Ήταν σαν να οδηγούσα ποδήλατο. Ο ήχος του V2 κινητήρα ηχούσε στα αυτιά μου, σαν το πιο σωστά κουρδισμένο όργανο του κόσμου, με το κατά 17 κιλά ελαφρύτερο σύνολο, σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση, να ξεκολλάει με άνεση κατά την επιτάχυνση. Όταν η ευθεία βρισκόταν επιτέλους μπροστά μου, το «τέρμα γκάζι» της Panigale έκανε τον εμπρός τροχό να χάνει την επαφή του με το οδόστρωμα και να κοιτάει λίγο πιο ψηλά! Το άψογα λειτουργικό Quickshifter άλλαζε με ευκολία τις σχέσεις, ανεξαρτήτως των στροφών του κινητήρα.
Εδώ έχω να κάνω μια μικρή παρατήρηση στη συμπεριφορά του κινητήρα, που με προβλημάτισε λίγο. Σε κάποιες περιπτώσεις, που το γκάζι άνοιγε νωρίς και πολύ, ο κινητήρας έκανε κάποια μικρά μπερδέματα στις χαμηλομεσαίες στροφές. Το πιο πιθανόν είναι να συμβαίνει αυτό λόγω των Euro 5+ προδιαγραφών, σε συνδυασμό με τις υψηλές επιδόσεις που καλείται να έχει ο κινητήρας. Ακόμη και αυτό το γεγονός, όμως, ήταν τόσο σπάνιο που δεν ήταν ικανό να μου χαλάσει την ευχαρίστηση που ένιωθα όσο οδηγούσα αυτήν τη Ducati. Μια μοτοσικλέτα που απλά κάνει τη ζωή σου πιο εύκολη μέσα στην πίστα.

Συμπέρασμα
Η νέα Ducati Panigale V2 S είναι μια μοτοσικλέτα με καθαρό Sport προσανατολισμό. Αυτό δεν την εμποδίζει από το να κυκλοφορήσει και εντός πόλης, αλλά σίγουρα δεν θα την επέλεγε κάποιος για αυτήν τη χρήση. Είναι μια σοφή λύση για κάποιον που θέλει να κινείται με ασφάλεια στις μακρινές διαδρομές του. Είτε αυτές είναι σε αυτοκινητόδρομους είτε σε κλειστά επαρχιακά κομμάτια. Εκεί όμως που θα την ευχαριστηθεί πραγματικά είναι μέσα στην πίστα. Προσφέρει ένα πλήρες πακέτο ηλεκτρονικών βοηθημάτων καθώς και ένα πολύ καλό πακέτο κινητήρας/φρένα/πλαίσιο/αναρτήσεις. Αν όλα αυτά συνδυαστούν με μια σωστή και εκπαιδευμένη οδήγηση, μπορούν να βοηθήσουν τον αναβάτη να δει τους χρόνους του να κατεβαίνουν εντός πίστας.
Κατανάλωση
Μετά από σχεδόν 400 χλμ. που διήνυσα όσο είχα τη μοτοσικλέτα στα χέρια μου και έπειτα από διαφόρων ειδών οδήγηση, η συνολική μέση κατανάλωση που σημείωσε η νέα Ducati Panigale V2 S ήταν μόλις 5,1λτ/100 χλμ.! Ένας ακόμη λόγος που δυσκολεύτηκα να επιστρέψω τη μοτοσικλέτα στην αντιπροσωπεία.
Τι μου άρεσε:
– Σχεδιασμός
– Εργονομία
– Θέση οδήγησης
– Αισθητή διαφορά μεταξύ των χαρτογραφήσεων
– Λειτουργία ηλεκτρονικών βοηθημάτων
– Παραμετροποίηση χαρτογραφήσεων εν κινήσει
– Ήχος κινητήρα
– Λειτουργία Quickshifter
– Πρόθυμη να στρίψει
– Σταθερότητα μέσα στη στροφή
– Ποιότητα κύλισης
– Φρένα
– Αναρτήσεις
– Κατανάλωση
Τι δεν μου άρεσε:
– Ανεβάζει σχετικά γρήγορα θερμοκρασία
– Μικρά μπερδέματα του κινητήρα
– Σχεδιασμός εξατμίσεων
– Ελαφρώς πολύπλοκο μενού
Τεχνικά χαρακτηριστικά:
Κινητήρας: 4χρονος, δικύλινδρος, υδρόψυκτος V2
Κυβισμός: 890 κ.εκ.
Τροφοδοσία καυσίμου: Ψεκασμός
Μίζα: Ηλεκτρική
Μέγιστη ισχύς: 120 ίπποι στις 10.750 σ.α.λ.
Μέγιστη ροπή: 93,3 Nm στις 8.250 σ.α.λ.
Κιβώτιο: 6 ταχύτητες (περιλαμβάνεται το QuickShifter 2.0)
Πλαίσιο: Monocoque Aluminium
Ανάρτηση εμπρός: 43 χιλ. Ανεστραμμένο πλήρως ρυθμιζόμενο Ohlins NIX30
Διαδρομή εμπρός ανάρτησης: 120 χιλιοστά
Ανάρτηση πίσω: Monoshock πλήρως ρυθμιζόμενη Ohlins TTX
Διαδρομή πίσω ανάρτησης: 150 χιλιοστά
Φρένα εμπρός: 2x 320 χιλ. δίσκοι, τετραπίστονες ακτινικές δαγκάνες Brembo M50
Φρένα πίσω: 1x 265 χιλ. δίσκος, διπίστονη δαγκάνα Brembo
ABS: Cornering
Τροχός εμπρός: 17”
Ελαστικό εμπρός: 120/70/17 Pirelli Diablo Rosso IV
Τροχός πίσω: 17”
Ελαστικό πίσω: 190/55/17 Pirelli Diablo Rosso IV
Ύψος σέλας: 837 χιλιοστά
Βάρος (χωρίς υγρά): 176 κιλά
Ρεζερβουάρ: 15 λίτρα
Οθόνη: Έγχρωμη TFT 5” με 3 Info Modes
Εγγύηση: 4 χρόνια
Τιμή: 21.800€






















