TRAVEL

Η Μύκονος που δεν θα δείτε στα social media – Ένα ξεχωριστό ταξιδιωτικό αφιέρωμα

i-mykonos-pou-den-tha-deite-sta-social-media-ena-xechoristo-taxidiotiko-afieroma-811662

Ταξιδέψαμε στη Μύκονο για να ανακαλύψουμε την αυθεντική της πλευρά και τις ιστορίες που κρύβονται πίσω από το νησί-μύθο.

Του Τρύφωνα Αλεξόπουλου, Φωτογραφίες: Δημήτρης Μανώλαρος 

Η Μύκονος δεν είναι μόνο το νησί της πολυτέλειας και του lifestyle. Είναι ένας τόπος με ιστορία, αντιθέσεις και μια αυθεντική πλευρά που συνεχίζει να υπάρχει, μακριά από τα φώτα.

Η Μύκονος είναι ένα από τα ελάχιστα ελληνικά νησιά που δεν χρειάζονται συστάσεις. Για δεκαετίες υπήρξε συνώνυμο της ελευθερίας. Αργότερα ταυτίστηκε με την πολυτέλεια και σήμερα, για πολλούς, είναι απλώς το νησί της υπερβολής. Εκεί όπου μια ξαπλώστρα μπορεί να κοστίζει όσο ένα αεροπορικό εισιτήριο, οι κρατήσεις στα εστιατόρια γίνονται εβδομάδες νωρίτερα και τα social media γεμίζουν κάθε καλοκαίρι με σαμπάνιες, superyachts και πάρτι που συνεχίζονται μέχρι το πρωί.

Κανένα από αυτά δεν είναι ψέμα. Είναι όμως μόνο ένα μέρος της εικόνας.

Πίσω από τις διάσημες παραλίες, τα μεγάλα ονόματα και τη βιομηχανία που έχει στηθεί γύρω από το brand «Mykonos», εξακολουθεί να υπάρχει το κυκλαδίτικο νησί που γοήτευσε τους πρώτους ξένους επισκέπτες πριν από περισσότερα από εξήντα χρόνια. Με μικρούς όρμους όπου ακούγονται μόνο ο αέρας και το κύμα, χωματόδρομους που καταλήγουν σε απομονωμένες ακτές, λευκά ξωκλήσια και ξερολιθιές που χωρίζουν το άνυδρο έδαφος. Με ανθρώπους που αγαπάνε και φροντίζουν τον τόπο. Με μια πλευρά που είναι για… όλους.

Η μεγαλύτερη αδικία που έχει υποστεί η Μύκονος δεν είναι ότι άλλαξε. Είναι ότι, κάποια στιγμή, όλοι σταμάτησαν να κοιτούν πέρα από τη λάμψη του φακού. Δεν αποφασίσαμε, λοιπόν, να πάμε στο νησί για να αποδείξουμε ότι υπάρχει μια «άλλη» Μύκονος, ούτε για να αμφισβητήσουμε την κοσμοπολίτικη πλευρά της. Αυτή αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς της. Μια πλευρά που μπορεί πράγματι να την καταστήσει έναν επίγειο παράδεισο. Αυτό που θέλαμε είναι να δούμε ολόκληρο το νησί. Όσα βρίσκονται έξω από τις αναμενόμενες διαδρομές, αλλά και τους λόγους για τους οποίους η σημερινή Mykonos εξακολουθεί να προσελκύει ανθρώπους από κάθε γωνιά του κόσμου.

Και, κυρίως, να καταλάβουμε πώς ένα μικρό και κάποτε δύσκολα προσβάσιμο νησί των Κυκλάδων κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους προορισμούς του πλανήτη.

Blue Star

Το ταξίδι προς και από τη Μύκονο έγινε άνετα και ξεκούραστα με τα Blue Star Mykonos και Blue Star Paros. Ευχαριστούμε θερμά τη Blue Star Ferries και την Attica Group για τη φιλοξενία και την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση του οδοιπορικού μας.

Η άλλη… Mykonos

(Οι φωτογραφίες παρακάτω ακολουθούν τη σειρά των προορισμοών που αναφέρονται στο κείμενο)

Δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμασταν τη Μύκονο. Για την ακρίβεια, πιστεύαμε ότι την είχαμε ήδη γνωρίσει. Μερικά καινούργια μπαρ, ακόμη ακριβότερα all day restaurant και νέα beach clubs δύσκολα θα άλλαζαν την άποψη που είχαμε σχηματίσει. Έτσι τουλάχιστον νομίζαμε, μέχρι τη στιγμή που ο Αντώνης (Αντωνίου) πήρε στα χέρια του τη λίστα μας και άρχισε να αμφισβητεί μερικές από τις επιλογές μας. Παιδικός μου φίλος και πλέον sous-chef, με οκτώ σεζόν στο νησί ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να αναλάβει τον ρόλο του tour guide. Σε ορισμένους προορισμούς συμφώνησε. Για άλλους ήταν απόλυτος: «Δεν έχει και τόσο νόημα. Αφήστε το, ξέρω πού θα σας πάω». Η πρώτη στάση ήταν ο Άγιος Σώστης, μία από τις πιο γνωστές παραλίες του νησιού που παραμένουν ανοργάνωτες, χωρίς σειρές από ξαπλώστρες και μουσική να καλύπτει τον ήχο του αέρα. Αν και όσοι έχετε επισκεφτεί το «Νησί των Ανέμων» ξέρετε ότι μέχρι και η μουσική δύσκολα τον… καλύπτει.

Στη συνέχεια κινηθήκαμε προς το Καλό Λιβάδι και τον γειτονικό Λούλο, όπου η αντίθεση είναι σχεδόν απόλυτη. Απέναντι, στις πλαγιές, βρίσκονται πολυτελείς βίλες και το νεόχτιστο Four Seasons. Μπροστά μας, όμως, απλώνονταν δύο ανοργάνωτες παραλίες, με όμορφη αμμουδιά και καθαρά, γαλαζοπράσινα νερά. Περάσαμε ξανά από την Άνω Μερά και επιστρέψαμε προς την ανατολική ακτογραμμή. Παρακάμψαμε την παραλία Λία (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ταυτίζεται στο ύφος της εξερεύνησής μας) και συνεχίσαμε προς κάτι ακόμη πιο απομονωμένο. Η άσφαλτος άρχισε σταδιακά να τελειώνει. Οι δρόμοι στένεψαν, τα κτίσματα αραίωσαν και το τοπίο έγινε πιο γυμνό. Με ορισμένες εκπλήξεις στην μέση της διαδρομής, αφού τα σπίτια των μόνιμων κατοίκων μας υπενθύμιζαν ότι βρισκόμαστε στην καρδιά των κυκλάδων.

Στην κατάβαση προς το Άνω και το Κάτω Τηγάνι βρήκαμε, επιτέλους, έναν πατημένο κατηφορικό χωματόδρομο που μας επέτρεψε να οδηγήσουμε την Cayenne Electric όπως της αρμόζει. Μην ξεχνάτε ότι πρόκειται για ένα οδοιπορικό και μάλιστα με ένα οδηγοκεντρικό αυτοκίνητο που παρά το ύψος του έχει σπορ DNA. Με το πίσω μέρος να ξεκολλάει γλυκά και  ελεγχόμενα στις καμπές, ανάποδο τιμόνι και τη σκόνη να παραμένει για ώρα στον αέρα, η διαδρομή αποδείχθηκε πολύ πιο ενδιαφέρουσα από όσο άφηνε να εννοηθεί ο χάρτης. Μην ανησυχείτε, αυτό θα είναι το μόνο σχόλιο που θα αφορά σε οδήγηση, αφού τη δοκιμή της Porsche Cayenne Electric, η οποία στάθηκε κύρια αφορμή για να επισκεφτούμε τη Μύκονο, μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.

Χαμηλότερα, ο αέρας ήταν τόσο δυνατός, που σχεδόν δεν μας άφηνε να ανοίξουμε τις πόρτες. Μπροστά μας υπήρχαν μόνο βράχια, αφρισμένη θάλασσα και ελάχιστα κτίσματα. Καμία οργανωμένη παραλία, καμία μουσική και σχεδόν καθόλου κόσμος. Η Μερχιά και ο Φωκός συνέχισαν στο ίδιο μοτίβο. Μικροί όρμοι, χωματόδρομοι και ελάχιστες παρεμβάσεις, παρότι ακόμη και εδώ οι πολυτελείς κατοικίες έχουν αρχίσει να εμφανίζονται στις πλαγιές. Οι πραγματικές αποστάσεις στο νησί είναι μικρές, όμως η εναλλαγή των εικόνων σε κάνει συχνά να πιστεύεις ότι έχεις απομακρυνθεί πολύ περισσότερο από τα πολυσύχναστα σημεία. Η διαδρομή μάς έφερε στη συνέχεια δίπλα στο φράγμα, σε ένα τοπίο που ελάχιστοι συνδέουν με τη Μύκονο. Γυμνές πλαγιές, χαμηλή βλάστηση  και μια διαφορετική άποψη της ενδοχώρας, πριν κινηθούμε προς το βορειοδυτικό άκρο του νησιού. Παντού νεόχτιστα βέβαια.

Η ημέρα έκλεισε στον Φάρο Αρμενιστή. Το ηλιοβασίλεμα εκεί αξίζει τη διαδρομή και δικαιολογημένα θεωρείται μία από τις στάσεις που πρέπει να μπει στο πρόγραμμα οπωσδήποτε. Η θέα ανοίγει προς το Αιγαίο και το χαμηλό φως αλλάζει εντελώς το ξερό κυκλαδίτικο τοπίο.

Την επόμενη ημέρα επιστρέψαμε στην πιο δημοφιλή πλευρά του νησιού, περνώντας από τον Πλατύ Γιαλό, την Παράγκα και την Αγία Άννα. Περισσότερος κόσμος, οργανωμένες παραλίες, ξενοδοχεία και εστιατόρια που απευθύνονται σε ένα απαιτητικό, διεθνές κοινό. Αυτή είναι η Μύκονος που εμφανίζεται συχνότερα στα social media, αλλά η επιτυχία της δεν εξηγείται μόνο από τη φήμη ή την πολυτέλεια. Σε ελάχιστα χιλιόμετρα συγκεντρώνει παραλίες, υψηλού επιπέδου φιλοξενία, εστίαση και διασκέδαση, προσφέροντας τη δυνατότητα να αλλάζεις εντελώς περιβάλλον μέσα στην ίδια ημέρα.

Το ίδιο γίνεται ακόμη πιο εμφανές στη Χώρα. Νωρίς το πρωί, πριν ανοίξουν τα καταστήματα και φτάσουν οι πρώτες μεγάλες παρέες, τα στενά διατηρούν σχεδόν ανέπαφη την κυκλαδίτικη εικόνα τους. Ασβεστωμένοι τοίχοι, μπλε παράθυρα, μικρά εκκλησάκια και κατοικίες που παραμένουν κρυμμένες πίσω από τα πολυφωτογραφημένα σοκάκια. Λίγες ώρες αργότερα, το σκηνικό αλλάζει. Οι ίδιες προσόψεις φιλοξενούν boutiques διεθνών οίκων, κοσμηματοπωλεία, εστιατόρια και μπαρ, ενώ στα Ματογιάννια ακούγονται γλώσσες από κάθε γωνιά του κόσμου.

Η διαδρομή καταλήγει σχεδόν αναπόφευκτα στη Μικρή Βενετία και στους Κάτω Μύλους, δύο από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία του νησιού. Τα παλιά σπίτια των καπεταναίων, χτισμένα ακριβώς πάνω στο νερό, έχουν μετατραπεί σήμερα σε μπαρ, εστιατόρια και χώρους φιλοξενίας, χωρίς να έχουν χάσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους. Λίγο ψηλότερα, οι ανεμόμυλοι παραμένουν το σταθερό φόντο της Χώρας και ένα από τα ελάχιστα σημεία όπου η εικόνα της παλιάς Μυκόνου διαβάζεται ακόμη τόσο καθαρά. Το βράδυ η κίνηση γίνεται ασφυκτική και σχεδόν κάθε γωνία μετατρέπεται σε φόντο για φωτογραφία. Αρκεί, όμως, να απομακρυνθείς δύο στενά από τους βασικούς άξονες για να συναντήσεις ξανά κλειστά παντζούρια, μικρές αυλές και περάσματα χωρίς κόσμο. Η παλιά Χώρα δεν έχει εξαφανιστεί. Συνυπάρχει με τη σύγχρονη τουριστική μηχανή, συχνά μέσα στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο.

Οι δεκαετίες ’70 και ’80, το Pierro’s και η νυχτερινή ζωή, όσα έκαναν τη Μύκονο ξακουστή

(Ευχαριστούμε τον Δημήτρη Κουτσούκο για το φωτογραφικό υλικό)

Για να καταλάβουμε πώς ένα μικρό και δύσκολα προσβάσιμο νησί των Κυκλάδων έγινε ένας από τους διασημότερους προορισμούς του κόσμου, συναντήσαμε τον Δημήτρη Κουτσούκο. Αντιδήμαρχος Μυκόνου σήμερα, αδελφός του Ανδρέα Κουτσούκου (συνιδιοκτήτη του θρυλικού Pierro’s), αλλά κυρίως ένας άνθρωπος που έχει ασχοληθεί συστηματικά με τη διάσωση της μνήμης του τόπου. Περιμέναμε ότι θα έφερνε μαζί του κάποιο παλιό άλμπουμ. Το αρχείο του, όμως, είναι ψηφιακό. Χιλιάδες φωτογραφίες, αφίσες, δημοσιεύματα και προσωπικές ιστορίες έχουν συγκεντρωθεί μέσα στα χρόνια, ενώ γύρω από αυτό το υλικό έχει δημιουργήσει μια μεγάλη διαδικτυακή κοινότητα στο Facebook. Εκεί, Μυκονιάτες και παλιοί επισκέπτες αναγνωρίζουν πρόσωπα, συμπληρώνουν ημερομηνίες και επαναφέρουν ιστορίες που διαφορετικά θα είχαν χαθεί.

Αρχίσαμε να περνάμε τις εικόνες μία μία. Παλιός Γιαλός, ψαράδες, καπετάνιοι, γυναίκες με τα καλά τους στις γιορτές, μικρά καφενεία και παραλίες χωρίς δρόμους. Η Μικρή Βενετία δεν φιλοξενούσε ακόμη cocktail bars και τραπέζια πάνω στο κύμα. Στα σπίτια της έμεναν κυρίως καπετάνιοι. Η Μύκονος ήταν ένα νησί ψαράδων και ναυτικών, χωρίς τις υποδομές που θα μπορούσαν να προϊδεάσουν για όσα θα ακολουθούσαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν εντελώς άγνωστη. Κρουαζιερόπλοια έφταναν στην περιοχή ακόμη και πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχοντας ως βασικό προορισμό τη Δήλο. Από εκεί ξεκίνησε η πρώτη ουσιαστική επαφή με τους ξένους επισκέπτες. Η Μύκονος λειτουργούσε ως σταθμός, όμως αρκετοί ανακάλυπταν τα στενά της Χώρας, το λιμάνι και τις άδειες παραλίες και επέστρεφαν. Παράλληλα, ήδη από τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 την επισκέπτονταν παρέες εύπορων Αθηναίων. Μάλιστα, σε επιστολή του 1934, επισκέπτης της εποχής παραπονιόταν ότι το νησί είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε «κοσμοπολίτικο σαλόνι». Προφανώς, κάθε γενιά πιστεύει ότι πρόλαβε την τελευταία αυθεντική Μύκονο.

Η μεγάλη αλλαγή, όμως, ήρθε μεταπολεμικά και επιταχύνθηκε τη δεκαετία του ’60. Ανάμεσα στις εικόνες του Δημήτρη εμφανίστηκε φυσικά και ο Πέτρος, ο διάσημος πελεκάνος. Έφτασε τραυματισμένος στο νησί γύρω στο 1961-1962 και τα πρώτα χρόνια ζούσε μαζί με έναν ψαρά. Αργότερα έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της Μυκόνου, φωτογραφημένος δίπλα σε ντόπιους, τουρίστες και διεθνείς προσωπικότητες. Την ίδια περίοδο άρχισαν να καταφθάνουν οι άνθρωποι που θα έδιναν στο νησί παγκόσμια προβολή. Καλλιτέχνες, ηθοποιοί, σχεδιαστές, άνθρωποι των γραμμάτων και μέλη της διεθνούς υψηλής κοινωνίας. Η Τζάκι Κένεντι, η Σοράγια και αργότερα η Λι Ράτζιβιλ προστέθηκαν στις παρέες των εύπορων Αθηναίων που είχαν ήδη ανακαλύψει τη Μύκονο. Μαζί τους ήρθαν δημοσιογράφοι, φωτογράφοι και κινηματογραφικά συνεργεία. Δεν υπήρχε κάποια οργανωμένη τουριστική καμπάνια. Οι ίδιοι οι επισκέπτες έγιναν οι καλύτεροι πρεσβευτές του νησιού.

Η Τζάκι Κένεντι στη Μύκονο το 1961

Οι παραλίες παρέμεναν ακόμη δύσκολα προσβάσιμες. Από τον Πλατύ Γιαλό, τα καΐκια μετέφεραν τον κόσμο στην Παράγκα, στο Καλαμοπόδι και στις νοτιότερες ακτές. Το Super Paradise ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70 ως camping και μπορούσες να φτάσεις εκεί με βάρκα ή ακόμη και με γαϊδούρι. Η διαδρομή δεν ήταν ταλαιπωρία που έπρεπε να αποφύγεις, αλλά μέρος της εμπειρίας. Στο λεωφορείο, στο καΐκι και στην παραλία συναντούσες τους ίδιους ανθρώπους, οι οποίοι το βράδυ εμφανίζονταν ξανά στα σοκάκια της Χώρας. Οι χίπις βρήκαν εδώ έναν τόπο όπου μπορούσαν να ζήσουν με πολύ λίγα χρήματα και ακόμη λιγότερους περιορισμούς. Το Καλαμοπόδι άρχισε να γίνεται γνωστό ως Paradise.

Ο Δημήτρης μάς έδωσε τη δική του, πολύ πιο άμεση εκδοχή για την προέλευση του ονόματος: «Πήγαιναν εκεί οι hippies, έκαναν τα… δικά τους και για εκείνους γινόταν παράδεισος». Χωρίς ξαπλώστρες, κρατήσεις και οργανωμένα events, ένα πάρτι μπορούσε να αρχίσει με μια παρέα, μια κιθάρα και λίγα ποτά.Κοντά στη σημερινή Ψαρού, στο σημείο που δεκαετίες αργότερα θα ταυτιζόταν με το Nammos, η πρώτη ταβέρνα της παραλίας άνοιξε γύρω στο 1970. Ο Γιάννης Καπούτσος ήταν από τους ανθρώπους που τη δούλεψαν, σε μια εποχή κατά την οποία το φαγητό δίπλα στη θάλασσα δεν αποτελούσε ακόμη «γαστρονομικό concept». Ήταν απλώς η αναγκαία συνέχεια του μπάνιου και της ημέρας στην παραλία.

Το στοιχείο που έκανε τη Μύκονο να ξεχωρίσει δεν ήταν μόνο η ομορφιά της. Παρόμοιες παραλίες και λευκά χωριά υπήρχαν και σε άλλα νησιά. Η διαφορά ήταν η ελευθερία. Άνθρωποι διαφορετικής κοινωνικής τάξης, εθνικότητας και σεξουαλικής ταυτότητας μπορούσαν να βρεθούν στην ίδια παραλία και αργότερα στο ίδιο μπαρ, χωρίς τους διαχωρισμούς που χαρακτήριζαν την Ελλάδα της εποχής. Το νησί δεν ήταν απαλλαγμένο από αντιδράσεις ή συντηρητισμό. Δημιούργησε, όμως, αρκετό χώρο ώστε να αναπτυχθεί κάτι που αλλού θα ήταν πολύ δυσκολότερο. Το 1972 άνοιξε στην πλατεία της Αγίας Κυριακής το Pierro’s, από τον Ανδρέα Κουτσούκο και τον Ιταλοαμερικανό ζωγράφο Pierro Aversa. Ξεκίνησε ως ένα μικρό before-dinner bar, με μουσική, απλό φαγητό και ωράριο που στα πρώτα χρόνια τελείωνε περίπου τα μεσάνυχτα. Πολύ γρήγορα, όμως, εξελίχθηκε στο σημείο αναφοράς της νυχτερινής Μυκόνου.

Εδώ η αφήγηση του Δημήτρη αποκτούσε διαφορετικό βάρος. Δεν μιλούσε απλώς ως ερευνητής της τοπικής ιστορίας, αλλά ως αδελφός του ανθρώπου που βρισκόταν μέσα σε αυτήν. Ο Ανδρέας περνούσε μεγάλα διαστήματα στην Αμερική και επέστρεφε με ιδέες από τα clubs της Νέας Υόρκης και δίσκους που δεν είχαν ακόμη φτάσει στην Ελλάδα. Ο DJ Dimitris του Pierro’s έγινε τόσο δημοφιλής, ώστε άλλοι DJs ταξίδευαν στη Μύκονο για να ακούσουν τη μουσική του και να ανακαλύψουν κομμάτια που θα γίνονταν επιτυχίες μήνες αργότερα. Η μουσική ήταν μόνο η αρχή. Τα drag shows έφεραν στη Χώρα εικόνες πρωτόγνωρες για την ελληνική πραγματικότητα. Ο Carlos, ένας Αμερικανός performer, έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της εποχής. Με τις εμφανίσεις, τα θεματικά πάρτι και τη γενικότερη ατμόσφαιρα του μαγαζιού, το Pierro’s μετέφερε μέσα στα Ματογιάννια την ελευθερία που μέχρι τότε συναντούσες κυρίως στις παραλίες.

Ματογιάννια 1980

Γύρω του αναπτύχθηκε ολόκληρη νυχτερινή σκηνή. Οι 7 Αμαρτίες, οι 9 Μούσες του Κώστα Ζουγανέλη και τα υπόλοιπα μπαρ δημιουργούσαν μια διαδρομή που δεν περιοριζόταν σε ένα μόνο σημείο. Η παρέα μετακινούταν μέσα στα στενά, από μαγαζί σε μαγαζί, συχνά μέχρι το πρωί. Δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, social media ή τραπέζια που λειτουργούσαν ως δημόσια επίδειξη πλούτου. Οι διάσημοι βρίσκονταν ανάμεσα στους υπόλοιπους και μπορούσαν ακόμη να διασκεδάσουν χωρίς κάθε κίνησή τους να καταγράφεται. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η κίνηση των κρουαζιερόπλοιων αυξήθηκε αισθητά. Τα ξενοδοχεία, τα καταστήματα και οι χώροι διασκέδασης πολλαπλασιάστηκαν.

Το νησί πέρασε σταδιακά από την αυθόρμητη τουριστική ανάπτυξη σε μια πιο επαγγελματική μορφή φιλοξενίας. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας και τις αρχές του ’90, το όνομα Mykonos είχε πλέον αποκτήσει τη δική του διεθνή αξία. Η πολυτέλεια που κυριαρχεί σήμερα ήρθε στη συνέχεια και πάτησε πάνω σε μια φήμη που είχε ήδη δημιουργηθεί. Μπροστά στην οθόνη, οι δεκαετίες περνούσαν γρήγορα. Από τους ψαράδες και τα πρώτα κρουαζιερόπλοια, στους χίπις, στους καλλιτέχνες, στο Pierro’s και στους celebrities της εποχής. Η Μύκονος είχε αλλάξει πολλές φορές, αλλά κάθε νέα περίοδος κρατούσε κάτι από την προηγούμενη.

Ο κ. Δημήτρης το συνόψισε χωρίς ιστορικές αναλύσεις: «Η ενέργεια της Μυκόνου δεν υπάρχει πουθενά».

 

 

Η Μύκονος είναι σχετικά μικρή και οι ημερήσιες αποστάσεις περιορισμένες. Παρότι φτάσαμε στο νησί με την μπαταρία της Cayenne Electric περίπου στο 40%, δεν χρειάστηκε να τη φορτίσουμε κατά τη διάρκεια της παραμονής μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υποδομές επαρκούν. Το δημόσιο δίκτυο ταχυφόρτισης χρειάζεται σαφώς μεγαλύτερη ανάπτυξη, ιδιαίτερα όσο αυξάνονται τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που φτάνουν στο νησί, αν και οι πρώτες κινήσεις προς αυτήν την κατεύθυνση έχουν ήδη ξεκινήσει.

Παράλληλα, η Cayenne έγινε από μόνη της μέρος της εμπειρίας. Θα περίμενε κανείς ότι σε έναν προορισμό τόσο στενά συνδεδεμένο με τον πλούτο τα πολυτελή αυτοκίνητα θα περνούσαν απαρατήρητα. Στην πράξη, στους δρόμους κυριαρχούν τα μικρά ενοικιαζόμενα, τα SUV περιορισμένων διαστάσεων, τα σκούτερ και τα ATV, επιλογές πολύ πιο πρακτικές για τα στενά και την έντονη κίνηση. Έτσι, το μέγεθος, η παρουσία και το ιδιαίτερο χρώμα της ηλεκτρικής Cayenne συγκέντρωναν διαρκώς τα βλέμματα, είτε βρισκόμασταν στη Χώρα είτε σε κάποια απομακρυσμένη παραλία.

 

Όλες Οι Ειδήσεις

car-prices
google-news
ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ ΣΤΗΝ ONLINE ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ELEFTHEROSTYPOS.GR

Τρύφωνας Αλεξόπουλος

Όλα ξεκίνησαν από μια φωτογραφία: ο πατέρας του με μια Porsche 928 στην Αγγλία. Από τότε, αντί για παιχνίδια ζητούσε βόλτες με αυτοκίνητο, μοντέλα σε 1:18 κλίμακα και έκανε car spotting πριν καν μάθει καλά-καλά ορθογραφία. Φοίτησε στη σχολή Βιομηχανικού Σχεδιασμού και το 2019 η «φαγούρα» με τα άλογα τον έφερε στη δημοσιογραφία του αυτοκινήτου. Έστησε site αυτοκινήτου από το μηδέν και δούλεψε σε εφημερίδά και περιοδικά, ανεβάζοντας παράλληλα ολοκληρωμένα reviews στο YouTube, ως ένας από τους πρωτοπόρους στην ψηφιακή εποχή της δημοσιογραφίας αυτοκινήτου. Σήμερα είναι υπεύθυνος για το Quattroruote στην Ελλάδα, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή. Το «καλό, αλλά με ένα πρόγραμμα θα γινόταν καλύτερο» είναι το motto του και ισχύει από αυτοκίνητα μέχρι μιξεράκια για φραπέ. Όνειρό του; Ένα GT-R R35, BMW M4 ή... 911 Turbo S, αρκεί να έχει στροφές γιατί στις ευθείες βαριέται.